
Οι σύμβουλοι Επικρατείας αποφάσισαν ότι η οικογενειακή κατοικία δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού εφόσον ο οφειλέτης διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να καλύψουν τις οφειλές του. Η επίμαχη απόφαση αφορά ένα ευρύ φάσμα οφειλών που προκύπτουν από το Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Επιπλέον, οι σύμβουλοι Επικρατείας διευκρίνισαν ότι οι οφειλέτες μπορούν να υποβάλουν ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο της πλειστηριαστικής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να ζητούν νομική προστασία όχι μόνο κατά την κοινοποίηση της κατασχετήριας έκθεσης, αλλά και έως το τελικό στάδιο της ανακοίνωσης του προγράμματος πλειστηριασμού, κάτι που ήταν περιορισμένο μέχρι πρότινος.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρουμε ότι σε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού έχει ενταχθεί μία μεζονέτα 162 τ.μ. στο Μοσχάτο, που ανήκει κατά το ήμισυ σε διευθύνοντα σύμβουλο Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας, και το οποίο αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 142.917 ευρώ.
Η συγκεκριμένη μεζονέτα ανήκει μισά σε αυτόν και τη σύζυγό του, με την αξία της μισής κατοικίας να εκτιμάται στα 100.000 ευρώ και την τιμή εκκίνησης προσφοράς να έχει οριστεί στα 80.000 ευρώ. Ο διευθύνων σύμβουλος προχώρησε σε ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, εστιάζοντας στο γεγονός ότι η κατάσχεση της οικογενειακής του στέγης παραβιάζει το Συνταγματικό δικαίωμα προστασίας της οικογένειας και των κατοικιών.
Η ανακοπή του έγινε αποδεκτή από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο ακύρωσε το πρόγραμμα πλειστηριασμού, στηρίζοντας την απόφασή του στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Το Δημόσιο αντέτεινε με έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το οποίο υπογράμμισε ότι το ακίνητο είναι η μόνη κύρια κατοικία της οικογένειας και ότι ο οφειλέτης είχε και άλλες περιουσίες.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εξέταση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με το Δημόσιο να ισχυρίζεται ότι η επιλογή του ακινήτου για κατάσχεση ήταν εντός της διακριτικής του ευχέρειας, όμως το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση, υπογραμμίζοντας τη σημασία της κατοικίας ως θεμελιώδους δικαιώματος που χρήζει κρατικής προστασίας.
Μάλιστα, η απόφαση επισημαίνει ότι για την κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη απαιτείται πρώτα η αναζήτηση και τεκμηρίωση της μη ύπαρξης άλλων περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να καλύψουν την οφειλή. Αυτή η παράμετρος κρίνεται ζωτικής σημασίας για την ορθότητα και τη νομιμότητα της διαδικασίας κατάσχεσης και πλειστηριασμού.