
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή σχετικά με τον νέο πολυετή προϋπολογισμό για την περίοδο 2028-2034, καθώς η Γερμανία αντιτίθεται σφοδρά στις προτάσεις της ιρλανδικής προεδρίας και ζητά περαιτέρω μειώσεις στις ευρωπαϊκές δαπάνες.
Η κυβέρνηση του Βερολίνου κρίνει την προγραμματισμένη μείωση των 141 δισεκατομμυρίων ευρώ από το Δουβλίνο ανεπαρκή, διότι θεωρεί ότι χρειάζεται πιο αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Αυτή η κατάσταση διευρύνει τη ρήξη ανάμεσα στις χώρες που επιθυμούν περιορισμό των δαπανών και εκείνες που υποστηρίζουν τη διατήρηση των πόρων για το γεωργικό τομέα και την περιφερειακή ανάπτυξη.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η πρόταση της Ιρλανδίας δεν είναι επαρκής για να αποτελέσει βάση για συμφωνία, επισημαίνοντας ότι το κόστος του κοινού προϋπολογισμού είναι αρκετά βαρύ για τις χώρες που συνεισφέρουν περισσότερο.
«Είμαστε ακόμη πολύ μακριά από μια συμφωνία. Το ποσό της νέας πρότασης δεν αποτελεί βάση για συμφωνία. Ο προϋπολογισμός της ΕΕ πρέπει να είναι οικονομικά προσιτός για όσους επωμίζονται το κύριο βάρος της χρηματοδότησης», επεσήμανε ο Μερτς.
Η Γερμανία συνεισφέρει περίπου το 25% του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και ανήκει σε μια ομάδα έξι χωρών που έχουν ζητήσει μεγαλύτερες μειώσεις. Μαζί με τη Σουηδία, τη Δανία, την Ολλανδία, τη Φινλανδία και την Αυστρία, αυτές οι χώρες εκπροσωπούν σχεδόν το 40% των ευρωπαϊκών πόρων.
Η διαφωνία αφορά όχι μόνο το συνολικό ύψος του προϋπολογισμού αλλά και τον διαχωρισμό των κονδυλίων μεταξύ των κρατών-μελών.
Οι βόρειες χώρες επιζητούν αυστηρότερες δημοσιονομικές πολιτικές και περισσότερες περικοπές, ενώ οι νότιες και ανατολικές χώρες ανησυχούν για πιθανές μειώσεις σε αγροτικές επιδοτήσεις και κονδύλια συνοχής, που χρηματοδοτούν έργα ανάπτυξης.
Αυτές οι δαπάνες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 50% του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ και ενδεχόμενες περικοπές θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα αγρότες, τοπικές κοινωνίες και περιφέρειες που εξαρτώνται από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Οι αντιπαραθέσεις αναμένονται να κυριαρχήσουν στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες, καθώς οι κυβερνήσεις επιθυμούν ολοκλήρωση συμφωνίας έως το τέλος του 2026, πριν από τον επόμενο γύρο εκλογών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το 2027.
Ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών Έλκο Χάινεν εξέφρασε απαισιοδοξία, επισημαίνοντας ότι «με αυτήν την πρόοδο, η συμφωνία δεν θα επιτευχθεί μέχρι το τέλος του έτους».
Ο Ιρλανδός υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Τόμας Μπερν υπερασπίστηκε την πρόταση της προεδρίας, χαρακτηρίζοντάς την έναν ισορροπημένο συμβιβασμό που μπορεί να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών.
Η διαμάχη σχετικά με τον προϋπολογισμό 2028-2034 υπογραμμίζει τις διαφορετικές προτεραιότητες εντός της ΕΕ. Από τη μία, οι χώρες που επιθυμούν να μειώσουν την οικονομική τους επιβάρυνση και από την άλλη, αυτές που ανησυχούν ότι οι περικοπές θα επηρεάσουν την αγροτική τους παραγωγή και τις περιφερειακές επενδύσεις.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες βασίζονται σε ευρωπαϊκούς πόρους για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και την ανάπτυξη των περιοχών τους, η έκβαση των διαπραγματεύσεων είναι κρίσιμη. Το μέλλον θα αποκαλύψει αν θα υπερισχύσει η λογική των περικοπών ή εάν θα υπάρξει ένας συμβιβασμός που θα εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση για την αγροτική οικονομία και τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές.
*Φωτογραφία αρχείου
Δείτε επίσης: