
Μια νέα ρύθμιση που εισάγεται μέσω του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιδιώκει να περιορίσει παράνομες επενδυτικές δραστηριότητες στην Ελλάδα. Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δημιουργία μιας «μαύρης λίστας» που θα αποκλείει την πρόσβαση σε πλατφόρμες που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες χωρίς τη νόμιμη άδεια. Σκοπός είναι η προστασία των επενδυτών από απάτες που συχνά ξεκινούν με ελκυστικές διαφημίσεις στα κοινωνικά δίκτυα όπως το Facebook, συνοδευόμενες από υποσχέσεις γρήγορου πλουτισμού μέσω μικρών επενδυτικών καταθέσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 55, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε συνεργασία με την ΕΕΤΤ και τεχνολογικούς παρόχους, θα αναπτύξει μηχανισμό αποκλεισμού επίμαχων ιστοσελίδων και εφαρμογών. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ρύθμιση περιλαμβάνει και παράνομες προσφορές κρυπτονομισμάτων, διαφημιστικές ενέργειες και άλλες παραβάσεις που σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα.
Η Επιτροπή θα έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει προσωρινές ή μόνιμες απαγορεύσεις δραστηριοτήτων, αφαιρώντας παράνομο περιεχόμενο από το διαδίκτυο. Οι αποφάσεις της θα σχετίζονται με δημόσιους καταλόγους που θα διευκολύνουν άμεσα τις τεχνικές ενέργειες των παρόχων.
Σε επείγουσες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να λάβει μέτρα χωρίς προηγούμενη ακρόαση, ενώ οι πολίτες αναμένεται να ενημερώνονται εβδομαδιαίως για τη διαδικασία καταχώρισης domain names. Θα αξιολογούνται ιστοσελίδες για πιθανές παραβιάσεις αδειοδότησης, με τη δυνατότητα προσωρινής αναστολής λειτουργίας τους.
Η πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Βασιλική Λαζαράκου, τονίζει τη σημασία της προσοχής όσον αφορά την επιλογή επενδυτικών ευκαιριών, προτρέποντας τους πολίτες να ελέγχουν τις πηγές τους και να συνεργάζονται μόνο με αδειοδοτημένους επαγγελματίες.
Η παροχή υπηρεσιών χωρίς άδεια αποτελεί σοβαρή παράβαση, και η επενδυτική απάτη συνήθως συνδυάζεται με στρατηγικές που παραπλανούν τους χρήστες. Οι διαφημίσεις αξιοποιούν την εικόνα γνωστών προσώπων για να πείσουν τους υποψήφιους επενδυτές να εμπιστευτούν τις υπηρεσίες τους, οδηγώντας τους σε μια διαδικασία που συχνά περιλαμβάνει κρυμμένες παγίδες και τεχνάσματα.
Τελικά, η πραγματικότητα αποκαλύπτεται όταν οι πελάτες προσπαθούν να ανακτήσουν τα χρήματά τους και έρχονται αντιμέτωποι με πρόσθετους φόρους ή έξοδα. Παράλληλα, η παροχή «βοήθειας» από δήθεν συμβούλους μπορεί να κρύβει κίνδυνο απώλειας προσωπικών δεδομένων. Ειδικοί της Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος προειδοποιούν, παρακινώντας τους πολίτες σε προσεκτική έρευνα πριν προχωρήσουν σε οποιαδήποτε επένδυση.
Η ανάγκη διεξοδικού ελέγχου των παρόχων υπηρεσιών επενδυτικής διαχείρισης κρίνεται σοβαρή, καθώς η διαδικτυακή απουσία από μαύρες λίστες δεν εγγυάται την αξιοπιστία. Ο νόμος αποσκοπεί να σταματήσει τέτοιες παράνομες δραστηριότητες, αν και αυτό δεν εξασφαλίζει την επιστροφή χρημάτων που ήδη έχουν καταβληθεί.