
Ενώ η Ελλάδα συνεχίζει να εξερευνά τον δρόμο της προς την ευρεία υιοθέτηση μπαταριών στο ηλεκτρικό της σύστημα, η Βουλγαρία έχει ήδη σημειώσει σημαντική πρόοδο, με ορατά αποτελέσματα στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Μέσω της διασύνδεσης των δύο αγορών ηλεκτρισμού, μια μερίδα από αυτή την εξέλιξη επηρεάζει και την ελληνική αγορά, αν και οι πηγές της υπεραξίας προέρχονται κυρίως από βουλγαρικές επενδύσεις.
Ο Παντελής Μπίσκας, καθηγητής του ΑΠΘ και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), αναφέρθηκε στην κεντρική διάσταση των μπαταριών κατά διάρκεια σχετικής εκδήλωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, στη Βουλγαρία λειτουργούν ήδη περίπου 6 GW μπαταριών με χωρητικότητα 18 GWh, γεγονός που έχει επηρεάσει αισθητά τις χονδρεμπορικές τιμές στην Ελλάδα.
Σύγκριση των τιμών ενέργειας από τον περασμένο χρόνο δείχνει, όπως ανέφερε, ότι οι μεσημεριανές τιμές παραμένουν σχεδόν σταθερές, ενώ βραδινές παρατηρούνται αισθητές μειώσεις.
«Αυτή η θετική τάση, που προκύπτει από τη διασύνδεση των αγορών, μας επωφελεί, δεδομένου ότι οι γείτονες προχώρησαν γρηγορότερα», τόνισε ο κ. Μπίσκας.
Αναφερόμενος στην ελληνική αγορά, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι το κυριότερο πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος, αλλά η εξάρτηση της πρόοδου από το πώς η Πολιτεία διαχειρίζεται τη διαθέσιμη ηλεκτρική ικανότητα.
«Η είσοδος των μπαταριών είναι καθαρά ζήτημα πολιτικής στην Ελλάδα», σημείωσε, εξηγώντας ότι το κράτος αποφασίζει πόση δυναμικότητα αποθήκευσης θα εισέλθει και με ποια προτεραιότητα.
Επενδυτικό ενδιαφέρον έχουν εκδηλώσει ήδη από το 2021 οι επενδυτές, με αμέτρητα αιτήματα για σύνδεση στο δίκτυο. Ωστόσο, πολλές από αυτές τις αιτήσεις παραμένουν σε αναμονή αντί να αξιολογούνται άμεσα.
«Η θετική διάσταση είναι ότι, χάρη στις κυβερνητικές ρυθμίσεις, η αγορά αποφεύγει τον κανιβαλισμό των εσόδων», εξήγησε. Καθώς πολλές μπαταρίες εισέρχονται στην αγορά, αυτές ελέγχουν την ανταγωνιστικότητα στις τιμές, επηρεάζοντας τα κέρδη τους.
Μάλιστα, τόνισε ότι με τη σταδιακή αύξηση της αποθηκευτικής ικανότητας, η οικονομική βιωσιμότητα των ήδη υπάρχοντων μονάδων μπορεί να επαναξιολογείται κάθε φορά.
Για τον κ. Μπίσκα, οι μπαταρίες συνιστούν «ευλογία» για το σύστημα ηλεκτρισμού, καθώς συμβάλλουν στην καλύτερη διαχείριση της πλεονάζουσας ενέργειας κατά τις ώρες αιχμής.
Η αποθηκευτική ικανότητα γίνεται πιο αναγκαία το χειμώνα, με τη δυνατότητα αποθήκευσης φθηνής ενέργειας και επανέγχυσής της κατά την αυξανόμενη ζήτηση, μειώνοντας τις ακραίες τιμές.
«Χάρη στις μπαταρίες, οι τιμές μπορούν να παραμείνουν σε πιο λογικά επίπεδα αντί να φτάνουν τα 500 ευρώ ανά Μεγαβατώρα», πρόσθεσε.
Ο κ. Μπίσκας επισήμανε ότι η συμμετοχή των μπαταριών θα μπορούσε να επηρεάσει τον ανταγωνισμό στην Αγορά Εξισορρόπησης, μειώνοντας τα κόστη που πληρώνουν οι καταναλωτές.
«Στην Αγορά Εξισορρόπησης συμμετέχουν επί του παρόντος μόνο τέσσερις παίκτες, με κόστος περίπου 20-25 ευρώ/MWh», ανέφερε, συγκρίνοντάς το με άλλες ευρωπαϊκές αγορές που υποστηρίζουν χαμηλότερα κόστη.
Επιπλέον, ο κ. Μπίσκας αντέτεινε τη θέση ότι το υψηλό κόστος εξισορρόπησης οφείλεται στην έλλειψη ευελιξίας στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα, υποδεικνύοντας πως οι μονάδες φυσικού αερίου παρέχουν ήδη επαρκή ευελιξία.
Αλλαγές στον σχεδιασμό της Αγοράς Εξισορρόπησης μπορούν να οδηγήσουν σε βελτιώσεις, αλλά ο αντίκτυπός τους θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των συμμετεχόντων. «Η επίδραση είναι μικρή με τέσσερις παίκτες, ενώ θα ήταν σημαντική με δέκα», σημείωσε.
Το βουλγαρικό παράδειγμα δείχνει πόσο μπορεί να επωφεληθεί μια αγορά από τις μπαταρίες. Η ελληνική αγορά, μέσω της διασύνδεσης, απολαμβάνει ήδη κάποιο όφελος, αλλά η ανάγκη για εγχώριες επενδύσεις είναι επιτακτική. Όπως είπε ο κ. Μπίσκας, «αυτό το όφελος θα μπορούσε να το έχει ο Έλληνας παραγωγός και όχι ο Βούλγαρος».
Διαβάστε ακόμα