
Η ελληνική οικονομία απολαμβάνει τέσσερις σταθερές γραμμές άμυνας εν μέσω της παγκόσμιας αναταραχής στις αγορές ομολόγων. Καθώς οι ανησυχίες γύρω από την οικονομική κατάσταση μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών καθώς και των ΗΠΑ προκαλούν κλυδωνισμούς στην αγορά, οι ενισχυμένες δομές της ελληνικής οικονομίας μειώνουν τους κραδασμούς που μπορεί να προκύψουν.
Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα συνοδευόμενα από το ταμειακό αποθεματικό των 32 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους, οι αναβαθμίσεις από διεθνείς οίκους και οι επιδόσεις ανάπτυξης που παραμένουν σχεδόν διπλάσιες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι τα κύρια πλεονεκτήματα που παρατηρούν τραπεζικοί και οικονομικοί αναλυτές.
Αυτό αποτυπώνεται και στις αποδόσεις των ομολόγων, με την Ελλάδα να δανείζεται με χαμηλότερα επιτόκια από χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ. Με το κόστος δανεισμού μέσω 10ετών ομολόγων στη Γαλλία να έχει ξεπεράσει το 5%, οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας είναι εμφανείς.
Ειδικότερα, η απόδοση των 10ετών ομολόγων της Ιταλίας είναι στο 4,5%, της Βρετανίας στο 5,3%, των ΗΠΑ πάνω από 5%, ενώ η Ελλάδα καταγράφει 4,4% και η Γερμανία 3,3%. Η χώρα μας διαθέτει, επιπλέον, συγκριτικό πλεονέκτημα λόγω περιορισμένων χρηματοδοτικών αναγκών, σε συνδυασμό με την ευνοϊκή ρύθμιση του χρέους, κάτι που επιτρέπει μεγαλύτερη ευχέρεια στη διοίκηση σχετικά με την πολιτική δανεισμού.
Αναφορικά με τις συγκεκριμένες ελληνικές στρατηγικές προστασίας απέναντι στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών ομολόγων, οι οποίες επηρεάζονται από παράγοντες όπως ο γαλλικός κίνδυνος, ο υψηλός πληθωρισμός λόγω των πολέμων στη Ουκρανία και το Ιράν, καθώς και η ραγδαία αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες, τα στοιχεία είναι τα εξής:
Η προβλεπόμενη ανάπτυξη για το 2026 αναμένεται να είναι στο 2%, σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (0,9%). Στις προβλέψεις για το 2027, η ανάπτυξη στην Ελλάδα αναμένεται να φτάσει το 2,3%, συγκριτικά με εκτιμήσεις ανάπτυξης 1,2% για την ευρωζώνη. Οι υψηλές αυτές επιδόσεις διατηρούνται σταθερά πάνω από το 2% τα τελευταία χρόνια, υποστηριζόμενες από την αύξηση των επενδύσεων, οι οποίες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,7% φέτος και 7,9% το 2027.
Η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει τις υψηλές επιδόσεις στα πρωτογενή πλεονάσματα και τα επόμενα χρόνια. Για το 2026, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται στο 3,6% του ΑΕΠ, ενώ για το 2027 στο 3,3% του ΑΕΠ. Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι η χώρα καταγράφει πλεόνασμα και στο ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης, το οποίο αναμένεται να διαμορφωθεί στο 0,6% του ΑΕΠ φέτος και στο 0,3% του ΑΕΠ το 2027.
Εξαιτίας των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους έχει τη δυνατότητα να προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές. Τον Ιούνιο, αποπληρώθηκαν μνημονιακά δάνεια 6,94 δισ. ευρώ, το Οκτώβριο προστέθηκαν 2,5 δισ. ευρώ, και έως το τέλος του χρόνου αναμένονται ακόμη 2,2 δισ. ευρώ σε πρόωρες αποπληρωμές. Βάσει αυτών των πολιτικών και των ρυθμών ανάπτυξης, το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί στο 136,7% του ΑΕΠ φέτος, με στόχο να φτάσει κάτω από 120% του ΑΕΠ το 2029 και κάτω από 110% το 2030.
Τα παραπάνω στοιχεία επισημαίνονται επίσης στις εκθέσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Η επενδυτική βαθμίδα που έχει εξασφαλίσει η Ελλάδα από τους μεγάλους οίκους και οι προοπτικές για επιπλέον αναβαθμίσεις στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, όπως επικοινωνούν η Τράπεζα της Ελλάδος και το υπουργείο Οικονομικών.