
Η Ευρώπη καθώς βρίσκεται σε κρίση χρέους, η Ελλάδα αντίθετα, ακολουθεί πορεία ανάπτυξης. Το 2027 θα σηματοδοτήσει την έβδομη συνεχόμενη χρονιά που η χώρα μας θα καταγράψει τη μεγαλύτερη μείωση χρέους στην Ευρωζώνη, αν όχι παγκοσμίως. Το δημόσιο χρέος, που κάποτε ήταν ο λόγος για σημαντική ανησυχία, σήμερα ενισχύει τη θέση της.
Η συνδυασμένη πίεση από την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό και την αύξηση των επιτοκίων έχει δημιουργήσει ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον για εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα, αλλά ο αντίκτυπος είναι παρόμοιος σε παγκόσμια κλίμακα. Αν και αυτές οι δυσκολίες είναι εμφανείς, υπάρχει και ένα νέο φαινόμενο που ανησυχεί την Ευρώπη: ο «σεισμός των ομολόγων», που στην Ελλάδα αποτελεί πλέον μια θολή ανάμνηση, με λίγους να το θυμούνται και ακόμα λιγότερους να το νοσταλγούν.
Για μια χώρα που κάποτε χαρακτηριζόταν ως η πιο ευάλωτη στην Ευρωζώνη, η Ελλάδα καταφέρνει να ξεχωρίζει στον «σεισμό» γύρω από τα ομόλογα. Ενώ η Γαλλία, ένας από τους βασικούς πυλώνες της Ε.Ε., βρίσκεται σε αμφισβήτηση από τους επενδυτές, η Ελλάδα, ξεπερνώντας τις παλιές απογοητεύσεις, παρουσιάζει πλεονάσματα, αποπληρώνει νωρίτερα τα δάνειά της και μειώνει τις μελλοντικές υποχρεώσεις της.
Αν και δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις επιπτώσεις των αυξανόμενων επιτοκίων, η χώρα είναι λιγότερο εκτεθειμένη και έχει λιγότερη ανάγκη για νέο δανεισμό. Έτσι, μπορεί να ματαιώσει εκδόσεις ομολόγων χωρίς να αντιμετωπίσει πίεση. Μέσα σε συγκρούσεις και αφθονία ακρίβειας, που προσδιορίζουν την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η Αθήνα βρίσκει συνεχώς νέα περιθώρια για μέτρα στήριξης. Μαζί με την Ισπανία και τη Σουηδία, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις τρεις χώρες που έχουν παρέμβει περισσότερο για τη στήριξη των ενεργειακών αναγκών τους.
Στη διάρκεια της κρίσης των ομολόγων, οι οικονομικές συνθήκες δεν είναι οι ίδιες για όλους. Ενώ η Γαλλία πληρώνει υψηλότερα επιτόκια, η Ελλάδα αναλαμβάνει δάνεια με πολύ χαμηλότερο κόστος. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, το πενταετές ελληνικό ομόλογο έχει κόστος περίπου 3,8%, σε αντίθεση με το 4,26% της Γαλλίας και το 5,03% του Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δανείζεται σχεδόν 10% φθηνότερα από τη Γαλλία και ακόμα περισσότερο από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ.
Η διαφορά γίνεται ακόμα πιο εμφανής όταν εξετάζουμε το δεκαετές ομόλογο, που είναι ο βασικός δείκτης μακροχρόνιου δανεισμού. Με περίπου 4,36% για την Ελλάδα, αυτό το ποσοστό είναι σημαντικά χαμηλότερο από αντίστοιχα του 4,84% στη Γαλλία και άλλων χωρών. Αυτή η σύγκριση δείχνει πώς η Ελλάδα είχε προετοιμαστεί για τις επικείμενες προκλήσεις της αγοράς.
Σε αυτή τη συγκυρία, η Αθήνα παρουσίασε προσχέδιο προϋπολογισμού για νέες μόνιμες παροχές ύψους 2,2 δισ. ευρώ, συνδυάζοντας ανάπτυξη και πλεονάσματα για να αποφευχθεί το να είναι και πάλι η πιο χρεωμένη χώρα στην Ε.Ε. Αντίθετα, στην Ευρώπη οι συζητήσεις επικεντρώνονται στη λιτότητα και στον περιορισμό των δαπανών.
Ο Επίτροπος Οικονομίας, Βάλντις Ντομπρόβσκις, επισημαίνει ότι «ο δημοσιονομικός χώρος είναι πιο περιορισμένος και πρέπει να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των δημόσιων οικονομικών». Η πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς αυξάνεται, κάτι που αντικατοπτρίζει τις δύσκολες συνθήκες δανεισμού που αντιμετωπίζουν πολλά κράτη.
Καθώς οι χώρες αγωνίζονται για χρηματοδότηση και οι αυξημένες δαπάνες δημιουργούν νέα ελλείμματα, οι αγορές αναμένουν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν ψηλά για κάποιο διάστημα ακόμα. Η Ελλάδα, ωστόσο, δείχνει την αντίθετη τάση, με την εκτίμηση ότι το δημόσιο χρέος θα μειωθεί κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες το 2027. Οι πρόωρες αποπληρωμές δημιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τον περιορισμό των τόκων που πληρώνονται.
Αυτή η στρατηγική παρέχει σημαντικά οφέλη για την ελληνική οικονομία, ελαφρύνοντας τα βάρη σε όρους δημοσιονομικών υποχρεώσεων και ενοποιώντας την πορεία προς μια πιο βιώσιμη οικονομία τα επόμενα χρόνια.