
Στην παρατεταμένη κρίση που προκαλούν οι ακραίες θερμοκρασίες, οι πυρκαγιές και οι σοβαρές ξηρασίες, πραγματοποιείται σήμερα, 17 Αυγούστου, στο Ουλάν Μπατόρ της Μογγολίας η COP17 της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταπολέμηση της Ερημοποίησης (UNCCD).
Η παρούσα σύνοδος αποκτά κρίσιμη σημασία, καθώς οι διαπραγματεύσεις εστιάζουν στην αξιοποίηση άνω των 12 δισ. δολαρίων που έχουν δεσμευτεί για την υποστήριξη των πιο ευάλωτων χωρών που πλήττονται από ξηρασία και υποβάθμιση της γης, όπως αναφέρει ο Guardian.
Η 17η Διάσκεψη των Μερών της UNCCD, που θα διαρκέσει μέχρι τις 28 Αυγούστου, έχει ως στόχο την μετατροπή των χρηματοδοτικών δεσμεύσεων σε συγκεκριμένα και εφαρμόσιμα έργα. Η εκτελεστική γραμματέας της UNCCD, Γιασμίν Φουάντ, τόνισε ότι η κύρια προτεραιότητα είναι η υλοποίηση των σχεδίων που έχουν ετοιμάσει περισσότερες από 70 χώρες για την καταπολέμηση της ξηρασίας.
Το ποσό των 12 δισ. δολαρίων προέρχεται από δημόσιους φορείς και αναμένεται να ενισχύσει 74 χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις λόγω ξηρασίας και εδαφικής υποβάθμισης. Οι πόροι θα κατευθυνθούν σε δράσεις όπως η βελτίωση των συστημάτων άρδευσης, η καλλιέργεια ανθεκτικών ποικιλιών και η αναβάθμιση υποδομών για την αποθήκευση νερού.
Ωστόσο, οι χρηματοδοτικές ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της UNCCD, απαιτούνται περίπου 2,6 τρισ. δολάρια μέχρι το τέλος της δεκαετίας για την αποκατάσταση υποβαθμισμένων εδαφών και την αντιμετώπιση φαινομένων ερημοποίησης και ξηρασίας.
Η απόσταση ανάμεσα στη διαθέσιμη και την απαραίτητη χρηματοδότηση είναι μεγάλη, αλλά οι τρέχουσες δεσμεύσεις θεωρούνται καθοριστικό βήμα. Η UNCCD επιδιώκει να προσελκύσει και ιδιωτικές επενδύσεις, με ιδιαίτερη έμφαση σε τομείς όπως οι βιομηχανίες τροφίμων και κλωστοϋφαντουργίας, που εξαρτώνται από το νερό και τις αγροτικές πρώτες ύλες.
Η αναγκαιότητα αυξημένης χρηματοδότησης γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική, καθώς η κλιματική αλλαγή επηρεάζει αρνητικά την παραγωγή τροφίμων. Οι υψηλές θερμοκρασίες και η έλλειψη επαρκούς νερού πλήττουν καλλιέργειες, ασκώντας πιέσεις στις τιμές των τροφίμων και αυξάνοντας τους κινδύνους επισιτιστικής ανασφάλειας.
Η Φουάντ σημειώνει ότι η αποκατάσταση της γης σχετίζεται άμεσα με την παραγωγικότητα των εδαφών και, επομένως, με την επισιτιστική ασφάλεια. Αυτή η λογική αποσκοπεί στη μετάθεση της συζήτησης για την ερημοποίηση από ένα απλώς περιβαλλοντικό ζήτημα σε μία οικονομική και κοινωνική πρόκληση για τη σταθερότητα.
Οι συνέπειες της υποβάθμισης της γης δεν περιορίζονται μόνο στη γεωργία. Αυτή επηρεάζει την πρόσβαση σε νερό, την βιοποικιλότητα και την ανθεκτικότητα των κοινωνιών στην κλιματική αλλαγή, ενώ μπορεί να ενισχύσει τις μεταναστευτικές ροές και να προκαλέσει αναταραχές στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυξανόμενη στήριξη από τη Σαουδική Αραβία, η οποία φιλοξένησε την προηγούμενη COP16 στο Ριάντ το 2024. Η χώρα αυτή έχει δεσμευτεί με εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια προς υποστήριξη των στόχων της Σύμβασης και έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στην οργάνωση διεθνών χρηματοδοτικών πρωτοβουλιών για την καταπολέμηση της ξηρασίας.
Η COP17 εστιάζει στην εφαρμογή της Riyadh Global Drought Resilience Partnership, η οποία επιτεύχθηκε συγκεντρώνοντας τους πόρους των 12 δισ. δολαρίων για την επόμενη επταετία.
Η πρωτοβουλία αυτή συνιστά μία από τις πιο σημαντικές προσπάθειες για την οργανωμένη διεθνή δράση κατά της ξηρασίας, σε μία εποχή που οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής γίνονται ολοένα και πιο αναγκαίες εις επίλυση.
Οργανώσεις που ασχολούνται με την αποκατάσταση υποβαθμισμένων εδαφών καλούν τις πλούσιες χώρες να ενισχύσουν σημαντικά τις χρηματοδοτήσεις τους. Το επιχείρημα είναι ότι η αποκατάσταση γης στις αναπτυσσόμενες περιοχές δεν είναι μόνο ζήτημα αλληλεγγύης, αλλά έχει άμεση επίπτωση και στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η υποβάθμιση των εδαφών μπορεί να επηρεάσει τη παγκόσμια τροφική παραγωγή, να εντείνει τις μεταναστευτικές πιέσεις και να προκαλέσει προβλήματα στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Αυτόπτης μάρτυρας, η COP17 στη Μογγολία καλείται να αποφασίσει όχι μόνο για την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, αλλά και για το πώς θα χρηματοδοτηθεί μια προσπάθεια που συνδέεται άμεσα με την επισιτιστική ασφάλεια, τη διαχείριση του νερού και την ανθεκτικότητα των οικονομιών απέναντι στην κλιματική κρίση.
Διαβάστε ακόμη