Από τον Σεπτέμβριο, η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια ζωτικής σημασίας περίοδο αξιολογήσεων, με τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας έως τις αρχές Νοεμβρίου. Κεντρικά ζητήματα της διαδικασίας αυτής θα περιλαμβάνουν την πορεία των δημόσιων οικονομικών, τη μείωση του δημόσιου χρέους, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, καθώς και τους κινδύνους που προκύπτουν από την ασταθή διεθνή συγκυρία.
Η Ελλάδα συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία με σαφώς καλύτερα διαπιστευτήρια σε σύγκριση με παλαιότερες εποχές, καθώς έχει προχωρήσει σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων. Η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η επιτάχυνση της μείωσης του δημόσιου χρέους και η διατήρηση θετικών αναπτυξιακών ρυθμών είναι οι βασικοί παράγοντες που ενισχύουν την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, οι οίκοι θα πρέπει να λάβουν υπόψη τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, την εξέλιξη των ενεργειακών τιμών, τις πληθωριστικές πιέσεις και την αναγκαιότητα επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων, καθώς η χώρα εισέρχεται σε μια περίοδο ενισχυμένων πολιτικών πιέσεων και προεκλογικών προκλήσεων.
Η πρώτη αξιολόγηση τοποθετείται στις 4 Σεπτεμβρίου από την DBRS, ακολουθούμενη στις 18 Σεπτεμβρίου από την Moody’s και την Scope. Στη συνέχεια, στις 23 Οκτωβρίου, θα προστεθεί η αξιολόγηση της Standard & Poor’s, ενώ ο κύκλος θα ολοκληρωθεί με την Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Ιδιαίτερη προσοχή αξίζει η Moody’s, η οποία διατηρεί την Ελλάδα σε Baa3 με σταθερές προοπτικές, το οποίο είναι το πρώτο σκαλοπάτι της επενδυτικής βαθμίδας, εν αντιθέσει με άλλους οίκους που έχουν τοποθετήσει την ελληνική οικονομία σε υψηλότερη κλίμακα. Η Scope διατηρεί την αξιολόγηση BBB με θετικές προοπτικές, υποδεικνύοντας πιθανή αναβάθμιση στο μέλλον.
Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα για την Ελλάδα στις αξιολογήσεις είναι η δημοσιονομική υπεραπόδοση. Ο αναθεωρημένος υπολογισμός του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2026 φθάνει στο 3,2% του ΑΕΠ, σε σχέση με 2,8% που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση.
Η εν λόγω εξέλιξη ενισχύει την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας και προάγει την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, ένα κρίσιμο κριτήριο για τους οίκους αξιολόγησης.
Η καλή κατεύθυνση όσον αφορά το χρέος έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το εξαιρετικά υψηλό επίπεδό του παραμένει μία από τις κύριες διαρθρωτικές ανεπάρκειες της ελληνικής οικονομίας. Χάρη στην σταδιακή μείωσή του, καταγράφεται βελτίωση στο πιστωτικό προφίλ της χώρας.
Επιπλέον, η αναπτυξιακή δυναμική διατηρείται. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 2% για το 2026, με ήπια αύξηση στο 2,1% για τα έτη 2027 και 2028. Εάν επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις, η χώρα θα διατηρήσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης σε ένα διεθνές περιβάλλον με περιορισμένη ορατότητα.
Η πορεία των επενδύσεων παρακολουθείται στενά από τους οίκους, καθώς η συνέχισή τους θα ενισχύσει το παραγωγικό δυναμικό και θα περιορίσει ορισμένες από τις μακροπρόθεσμες ανεπάρκειες της οικονομίας.
Η μεγαλύτερη εξωτερική απειλή προέρχεται από τη Μέση Ανατολή και τις διεθνείς τιμές ενέργειας. Μια νέα απότομη αύξηση της τιμής του πετρελαίου θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία, οδηγώντας σε πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ωστόσο, οι συνθήκες φαίνεται να είναι καλύτερες από τις αρχικές δυσοίωνες εκτιμήσεις. Τις πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου, η τιμή του Brent κυμάνθηκε γύρω από 90 δολάρια το βαρέλι, παραμένοντας κάτω από το κρίσιμο όριο των 100 δολαρίων.
Αυτή η αποκλιμάκωση της πιέσης στον τομέα της ενέργειας έχει επηρεάσει θετικά και τον πληθωρισμό. Από 4,9% τον Μάιο, υποχώρησε στο 3,9% τον Ιούνιο και έπειτα στο 2,7% τον Ιούλιο.
Ωστόσο, η κατάσταση αυτή δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πλέον ότι ο μέσος πληθωρισμός θα ανέλθει στο 3,7% για το 2026, υπερβαίνοντας την προηγούμενη εκτίμηση του 3,1%. Έτσι, μια νέα διαταραχή στον τομέα της ενέργειας θα μπορούσε να ανατρέψει τη θετική πορεία των τελευταίων μηνών.
Ένας επιπλέον παράγοντας που θα εξεταστεί είναι η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε πλεονάσματα και μείωση χρέους. Είναι απαραίτητη η αύξηση της παραγωγικότητας, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και η ενίσχυση του δυνητικού ΑΕΠ.
Αυτό συνιστά και μία από τις προκλήσεις των ετών που έρχονται. Η εισροή σε προεκλογικές περιόδους μπορεί να εντείνει τις πιέσεις για αυξημένα κοινωνικά επιδόματα ή να επιβραδύνει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Προς το παρόν, ο πολιτικός κίνδυνος δεν θεωρείται κρίσιμος παράγοντας ανησυχίας, όμως οι οίκοι έχουν υπογραμμίσει ότι μια δημοσιονομική χαλάρωση ή ανατροπή μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να επιβαρύνει τις μελλοντικές αξιολογήσεις.
Στο πλαίσιο των αδυναμιών, επισημαίνεται και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Οποιεσδήποτε σημαντικές επιπτώσεις μπορεί να ενισχύσουν τις εξωτερικές ανισορροπίες της οικονομίας.
Έτσι, η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτόν τον νέο κύκλο αξιολογήσεων με περισσότερα από όσα αδύνατα σημεία, με σημαντικά πλεονάσματα, μειούμενο χρέος και θετική ανάπτυξη, που υποστηρίζουν την πιστοληπτική εικόνα της.
Το βασικό ερώτημα για τον Σεπτέμβριο δεν εστιάζεται μόνο στην ύπαρξη προϋποθέσεων για νέες αναβαθμίσεις, αλλά και στο αν η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να διατηρήσει αυτήν την αναπτυξιακή πορεία απέναντι σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι ενεργειακές μεταβολές και οι γεωπολιτικές εξελίξεις ενδέχεται να ανατρέψουν τις ισορροπίες.
Διαβάστε επίσης
Τέσσερα κρίσιμα road shows και τι θα ερωτηθούν οι Έλληνες τραπεζίτες (πίνακας)
Πόσο ευθύνεται το ηλεκτρικό δίκτυο για τις πυρκαγιές
Ιράν: Απειλεί πλέον και τις εναλλακτικές διαδρομές πετρελαίου εκτός Ορμούζ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ