
Αύξηση φόρου μεταβίβασης ακινήτων: Νέες ρυθμίσεις και προθεσμίες
Σε μια ανατροπή σχετικά με τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων, οι αγοραστές από χώρες εκτός Ε.Ε. θα αντιμετωπίσουν σημαντικές αλλαγές, με την αύξηση της φορολογίας να διαμορφώνεται από το 3% στο 15%. Ωστόσο, σημαντικές διευκρινίσεις από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περιορίζουν τη διαδικασία, η οποία δεν θα αφορά όλες τις αγορές από ξένους επενδυτές, αλλά μόνο εκείνες που προέρχονται από φυσικά πρόσωπα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΕΟΧ χωρίς καθεστώς μακροχρόνιας διαμονής.
Ο συνολικός φόρος μεταβίβασης θα φτάσει το 15,45%, συμπεριλαμβανομένης και της τοπικής εισφοράς, και η εφαρμογή του θα ξεκινήσει στις 1 Ιουλίου 2027, αντί της αρχικά προγραμματισμένης 1ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Ο Υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης επεσήμανε τη σημασία της ομαλής μετάβασης στην αγορά, ενώ ο Υφυπουργός Δημήτρης Μαρκόπουλος ανέφερε ότι το διάστημα αυτό θα δώσει τη δυνατότητα ολοκλήρωσης ήδη δρομολογημένων μεταβιβάσεων.
Τα μέτρα αυτά απαντούν στα παράπονα της αγοράς, όπου εισηγητές ζητούσαν να μην ισχύσει μια κανονιστική ρύθμιση για όλους τους επενδυτές, αλλά να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες και τα χαρακτηριστικά της συναλλαγής, όπως η χρήση του ακινήτου και ο σκοπός της αγοράς.
Αναφορικά με τις μεταβιβάσεις στην κατηγορία Golden Visa των 250.000 ευρώ, υπάρχουν ανησυχίες για τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις, καθώς πολλές επενδύσεις που δεν «αφαιρούν» κατοικίες από την αγορά, αλλά μετατρέπουν επαγγελματικούς χώρους σε διαμερίσματα, διακυβεύονται από τη νέα φορολογική ρύθμιση.
Προβλέψεις για το μέλλον και οι επιπτώσεις στους επενδυτές
Η αύξηση του φόρου αναμένεται να έχει δραστική επίδραση στις συναλλαγές. Για παράδειγμα, η αγορά κατοικίας αξίας 200.000 ευρώ θα έχει φορολογική επιβάρυνση που θα ανέλθει από 6.000 ευρώ σε 30.000 ευρώ. Οι φορείς της αγοράς αναμένουν επιτάχυνση πωλήσεων πριν από την ισχύ του νέου φόρου, με το ερώτημα αν αυτή η αύξηση θα δημιουργήσει κενό στη ζήτηση μετά την εφαρμογή του μέτρου.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να περιχαρακώσει τη ζήτηση από το εξωτερικό, η οποία καταλαμβάνει μέρος των διαθέσιμων κατοικιών, ενώ οι τοπικές κοινωνίες ανησυχούν για τις επιπτώσεις από τις ξένες επενδύσεις στις ακινήτων, κυρίως στις ακριτικές περιοχές.
Επιπλέον, οι επαγγελματίες του κλάδου υπογραμμίζουν ότι η ρύθμιση δεν θα πρέπει να κρίνει αδιακρίτως όλες τις επενδυτικές κινήσεις, αλλά να εξετάσει τον σκοπό καθώς και τον αριθμό των ακινήτων που αποκτούν οι αγοραστές. Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα νέων αναπτύξεων και τη στήριξη της αγοράς κατοικίας.