
Η Ελλάδα συνεχίζει να εργάζεται προς τη μείωση του χρέους της, τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε σχέση με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται ότι η εξυπηρέτηση του χρέους καθίσταται πιο εύκολη, ούτε ότι ανοίγει ο δρόμος για νέες οικονομικές παροχές.
Όπως επισημαίνει η πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, το χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να μειωθεί στο 136,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 128,8% το 2027. Παρά τη μείωση αυτή, το κόστος δανεισμού αυξάνεται λόγω των σε ανοδική τάση επιτοκίων, με την ελάφρυνση του χρέους να έρχεται σε ένα περιβάλλον πιο ακριβού δανεισμού.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού δεν σημαίνει ότι η χώρα έχει εισέλθει ξανά σε κρίση. Αντιθέτως, λόγω της βελτίωσης της πιστοληπτικής δυνατότητας, της μείωσης των spreads και της πρόσβασης σε ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, η Ελλάδα δανείζεται τώρα σε πολύ πιο ευνοϊκούς όρους σε σύγκριση με το παρελθόν, και αναμφισβήτητα καλύτερους από ότι θα μπορούσε αν δεν είχε προβεί στις αναγκαίες δημοσιονομικές και διαρθρωτικές κινήσεις της τελευταίας δεκαετίας.
Αυτή τη στιγμή, το χρέος είναι πιο ακριβό για όλες τις χώρες, αλλά η Ελλάδα φαίνεται να είναι πιο έτοιμη να ανταπεξέλθει στην κατάσταση αυτή. Η έκθεση δείχνει ότι η ικανότητα να αντέξει η χώρα την αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους βασίζεται στην ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα, την πληθωριστική πίεση και το κόστος δανεισμού, παράγοντες στους οποίους η οικονομία βρίσκεται σε καλύτερη θέση από πριν.
Ωστόσο, αυτή η βελτίωση στηρίζεται σε τρεις ευαίσθητες παραμέτρους: απαιτεί τη διατήρηση της ανάπτυξης, των πρωτογενών πλεονασμάτων και ενός ελέγξιμου κόστους δανεισμού. Σε περίπτωση που προκύψουν σοβαρές διεθνείς κρίσεις, όπως πόλεμοι ή οικονομικές καταρρεύσεις, η κατάσταση μπορεί να αλλάξει δραματικά.
Έτσι, ο στόχος δεν είναι απλά η Ελλάδα να έχει μια μικρότερη αναλογία χρέους προς το ΑΕΠ, αλλά και να νιώθει ασφαλής ότι μπορεί να δανείζεται λιγότερα, αντί να εξυπηρετεί ένα μεγάλο χρέος σε απρόβλεπτες συνθήκες υψηλών επιτοκίων.
Η έκθεση επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα κατευθύνεται προς συνεχή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Με τις προβλέψεις να δείχνουν πτώση στο 136,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 128,8% το 2027, αυτή η πρόοδος συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη και τις αναγκαίες δημοσιονομικές πολιτικές.
Η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει στο 2,0% το 2026 και στο 1,9% το 2027. Αν και δεν είναι ρυθμός που θα εξαλείψει το χρέος μόνος του, ωστόσο είναι επαρκής για να ανεβάσει το ονομαστικό ΑΕΠ και να μειώσει το βάρος του χρέους συγκριτικά με την οικονομία.
Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας προσφέρει πλεονέκτημα. Η έκθεση αναφέρει ότι οι αξιολογήσεις από Scope, Moody’s και DBRS Morningstar ενισχύουν την θέση της Ελλάδας, επιτρέποντας στο Δημόσιο να δανείζεται από τις αγορές χωρίς να βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Η υποχώρηση του χρέους δε συνεπάγεται ότι το χρέος γίνεται λιγότερο ακριβό. Αντιθέτως, με την πάροδο του χρόνου, το ελληνικό χρέος εκδίδεται ή αναχρηματοδοτείται σε υψηλότερες αποδόσεις ανά πάσα στιγμή συγκριτικά με τα χρόνια 2020-2022.
Ο κρατικός μηχανισμός αναγκάζεται να ανανεώνει τις υποχρεώσεις του, χωρίς να διασφαλίζει σταθερούς όρους επ’ αόριστον. Όταν λήγουν ομόλογα ή γραμμάτια και καταπίπτουν σε νέα, αν οι νέες αποδόσεις είναι υψηλότερες, ο μέσος σταθμικός δείκτης κόστους δανεισμού αυξάνεται, παρόλο που το ποσοστό του χρέους περιορίζεται σε σχέση με το ΑΕΠ.
Ωστόσο, η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να προεξοφλεί γρηγορότερα και να “σβήνει” δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, επιτυγχάνοντας έτσι τη μείωση του υπολοίπου. Επίσης, το ελληνικό χρέος έχει μεγάλη μέση διάρκεια, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιπτώσεις από τις υψηλότερες αποδόσεις δεν είναι άμεσες.
Παρ’ όλα αυτά, η ανανέωση του χρεών μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη δημοσιονομική δαπάνη με την πάροδο του χρόνου. Αυτό καθιστά απαραίτητο η χώρα να εξασφαλίσει ότι δανείζεται όσο το δυνατόν χαμηλότερα. Σήμερα δανείζεται κάτω από τις αποδόσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας, γεγονός που είναι θετικό.
Η κατεύθυνση του χρέους εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων που δεν ελέγχονται αποκλειστικά από την Αθήνα, ειδικά σε περιόδους πίεσης. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στην πορεία των γαλλικών ομολόγων, που ενδέχεται να πλήξουν τις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας:
Τα στοιχεία της έκθεσης δείχνουν ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μία φάση όπου ασχολείται με ένα μεγάλο, αλλά όλο και πιο ακριβό χρέος. Το ερώτημα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια δεν είναι μόνο αν θα συνεχιστεί η πτώση του χρέους, αλλά αν το πρωτογενές πλεόνασμα θα μπορεί να αντέξει τις πολιτικές πιέσεις για νέες δαπάνες και ελαφρύνσεις.
Η βελτίωση του χρέους προσφέρει στην κυβέρνηση ένα ισχυρό επιχείρημα για να εκφράζει σταθερότητα. Όμως, πρέπει να διαφυλάξει ότι όσο το κόστος εξυπηρέτησης θα αυξάνεται, ένα μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων θα δεσμεύεται πριν κατανεμηθεί σε επιδόματα, επενδύσεις και φοροαπαλλαγές. Το ζητούμενο είναι αν μπορεί να γίνει κατανοητό ότι η «ζημιά» από το ακριβότερο χρήμα είναι κοινή για όλους, και καθώς μειώνεται το ελληνικό χρέος, μειώνεται επίσης και η «ζημιά» για τον προϋπολογισμό και τις παροχές στους πολίτες.