
Ο Αριστείδης Καραντζούνης, επιβάτης της δεύτερης αμαξοστοιχίας, αναφέρθηκε στα δραματικά γεγονότα από τη στιγμή της σύγκρουσης μέχρι την απελευθέρωσή του. Ενημερωμένος για καθυστερήσεις κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από την Αθήνα, θυμάται πως οι επιβάτες αστειεύονταν μεταξύ τους, ανυποψίαστοι για την επερχόμενη τραγωδία. «Θεωρήσαμε ότι θα έρθουμε κανονικά, κάτι που αποδείχτηκε τραγική ειρωνεία», κατέθεσε.
Μετά την καθυστέρηση στο Παλαιοφάρσαλο, όπου κάλεσε τη σύντροφό του να τη γνωστοποιήσει, βρέθηκε κάτω από δραματικές συνθήκες. Εκείνη τη νύχτα παρακολουθούσε ταινία στο κινητό του όταν η καταιγιστική σύγκρουση τον πέταξε μπροστά. «Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα», είπε, αναφέροντας ότι κλονίστηκε για μερικά λεπτά και ξύπνησε σε ένα χωράφι, μολυσμένος από τον πόνο του τραυματισμένου σώματος, χωρίς να γνωρίζει τι είχε συμβεί.
Ο καπνός και η μυρωδιά του καμένου μετάλλου του είχαν μείνει ανεξίτηλες μνήμες. Η αναλογία με πολεμική ταινία που έκανε, μαζί με την περιγραφή της εικόνας που αντίκρισε, ωθούσε τους πάντες στην απογοήτευση και στον πανικό.
Ακόμη πιο δραματική ήταν η περιγραφή του όταν προσπαθούσε να απομακρυνθεί από τα ερείπια. Με σοβαρούς τραυματισμούς, ξεκίνησε να σέρνεται, ζητώντας βοήθεια από άλλους επιβάτες. Εξωτερικεύοντας τα συναισθήματά του, μίλησε για τη φωτιά που ξεπήδησε πίσω του, καθώς και την έντονη αδυναμία του να προχωρήσει. «Μόνο μια σκέψη είχα: Πρέπει να βρω βοήθεια», παραδέχθηκε, τονίζοντας πόσο freddo ήταν.
Θυμάται πως κάποια στιγμή συνάντησε μια γυναίκα που του έδωσε ένα ρούχο για ζεστασιά, και καθώς συνέχιζε να σέρνεται, ανακάλυψε έπειτα από λίγο την εμπορική αμαξοστοιχία, όπου και προσπάθησε να βρει διέξοδο.
Αφού εντόπισε ένα αυτοκίνητο και κάθισε στη θέση του συνοδηγού, είδε για πρώτη φορά τον εαυτό του μετά την τραγωδία. «Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ», είπε, περιγράφοντας την κατάσταση του προσώπου του.
Ο Αριστείδης εν τέλει διασώθηκε από έναν διασώστη του ΕΚΑΒ, που του προσέφερε μια κουβέντα και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Τα τραύματά του περιλάμβαναν σοβαρές πληγές που καταδείκνυαν την ένταση της σύγκρουσης.
Ο Αριστοφάνης Ξανθόπουλος που ταξίδευε στο τρίτο βαγόνι, αναφέρθηκε στην Ιφιγένεια Μίτσκα, με την οποία μοιράζονταν την εμπειρία του ταξιδιού. Ενώπε της σύγκρουσης, ένιωσε την ανάγκη να αναζητήσει την Ιφιγένεια, που ήταν εγκλωβισμένη σε λαμαρίνες, κατάσταση που τον συγκλόνισε.
Με τη βοήθεια ενός ακόμα επιβάτη, κατάφεραν να την απεγκλωβίσουν, αλλά διαπίστωσαν ότι η κατάσταση της ήταν κρίσιμη. Ο Αριστοφάνης πέρασε την αγωνία του, προσπαθώντας να δώσει πρώτο βοήθειες, ενώ ταυτόχρονα και ο ίδιος τραυματίστηκε.
Ο Αριστοφάνης περιέγραψε με φόντο τις καπνισμένες συνθήκες που επικρατούσαν μετά τη σύγκρουση, εστιάζοντας σε μια μυρωδιά που τον συγκλόνισε: «Μυρίζαμε μια περίεργη μυρωδιά… υπήρχε φωτιά και καπνός», είπε, αναδεικνύοντας τις εικόνες του τρόμου.
Οι μαρτυρίες αυτών των επιβατών ρίχνουν φως στην ανατριχιαστική πραγματικότητα μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία, όπου οι ταξιδιώτες προσπαθούσαν να σωθούν και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο κάτω από συνθήκες που παρέπεμπαν σε ταινία τρόμου.