
Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων καταδεικνύει ότι το κομβικό σημείο για τις ρυθμίσεις ασφαλιστικών οφειλών δεν είναι τόσο η ένταξη ενός χρέους σε πρόγραμμα αποπληρωμής, όσο η ικανότητα του οφειλέτη να τηρήσει τις δόσεις του μέχρι το τέλος. Παρά τις διάφορες διαθέσιμες επιλογές, το ποσοστό των χαμένων ρυθμίσεων παραμένει ανησυχητικά υψηλό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων επιδιώκει να δώσει λύσεις στην παραπάνω αδυναμία, προσφέροντας μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αποπληρωμής και, κατ’ επέκταση, χαμηλότερες μηνιαίες δόσεις. Ο στόχος είναι ότι μια μικρότερη δόση θα είναι πιο βιώσιμη για επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και επιχειρήσεις με περιορισμένη ρευστότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών, από τις περίπου 2,54 εκατομμύρια ρυθμίσεις που έχουν δημιουργηθεί από το 2013, περισσότερες από 1,38 εκατομμύρια έχουν ήδη χαθεί.
Η περίπτωση των ρυθμίσεων που δεν ολοκληρώθηκαν πλησιάζει το 55%, με μόνο το 34,2% να έχει επιτύχει την ολοκλήρωσή του και ένα πρόσθετο 11,2% να παραμένει ενεργό.
Η κατάσταση στα τέλη Ιουνίου 2026 ήταν αποκαλυπτική. Ενεργές ήταν 285.193 ρυθμίσεις, που αντιπροσώπευαν οφειλές της τάξης του 5,2 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, 869.519 ρυθμίσεις ολοκληρώθηκαν, με το μεγαλύτερο ποσοστό να αφορά τις ρυθμίσεις που δεν αντέχουν μέχρι την ολοκλήρωση της αποπληρωμής: 1.384.098 ρυθμίσεις χάθηκαν.
Αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι από τους μισούς διακανονισμούς που έχουν ξεκινήσει όλα αυτά τα χρόνια δεν ολοκληρώθηκαν επιτυχώς.
Αυτό το στοιχείο εξηγεί και τη σημασία της αύξησης των δόσεων. Για τους οφειλέτες με σημαντικά χρέη και περιορισμένο εισόδημα, μια υψηλή μηνιαία δόση μπορεί να είναι ασύμφορη, ακόμα και αν η αρχική ένταξη στη ρύθμιση είναι εφικτή.
Η νέα παρέμβαση αυξάνει το ανώτατο όριο των δόσεων από 72 σε 120 δόσεις, επιτρέποντας την αποπληρωμή των επιλέξιμων οφειλών σε διάστημα έως και δέκα ετών.
Το κύριο χαρακτηριστικό του νέου σχήματος είναι η μείωση της μηνιαίας δόσης. Η λογική πίσω από αυτήν τη ρύθμιση είναι ότι μια χαμηλότερη σταθερή επιβάρυνση μπορεί να καταστήσει τη ρύθμιση πιο βιώσιμη και να περιορίσει τις απώλειες στους πρώτους μήνες.
Στο πρόγραμμα μπορούν να περιληφθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές οι οποίες έχουν καταστεί απαιτητές έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, με την προϋπόθεση ότι δεν ήταν σε ενεργή ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Η ελάχιστη μηνιαία δόση καθορίζεται στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο ανέρχεται σε 5,84%.
Οι ενδιαφερόμενοι έχουν αρκετό χρόνο για να υποβάλουν την αίτησή τους, καθώς οι προθεσμία λήγει στην 30 Ιουνίου 2027.
Επιπλέον, δυνατότητα υπαγωγής στις 120 δόσεις έχουν και οι οφειλέτες που είχαν ενταχθεί στο προηγούμενο πρόγραμμα των 72 δόσεων, μεταφέροντας το υπόλοιπο της οφειλής τους στο νέο σχήμα με αίτηση.
Για τις ασφαλιστικές οφειλές που θα δημιουργηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά, παραμένει σε εφαρμογή η πάγια δυνατότητα ρύθμισης έως 24 δόσεων.
Αυτή η διάκριση υπογραμμίζει ότι το νέο πρόγραμμα αφορά κυρίως το απόθεμα παλαιών ληξιπρόθεσμων χρεών και δεν μετατρέπει τις 120 δόσεις σε γενική ρύθμιση για κάθε νέο ασφαλιστικό χρέος.
Η προηγούμενη φάση εφαρμογής των 120 δόσεων το 2019, αποτελεί ένα χρήσιμο σημείο αναφοράς. Τότε καταγράφηκαν συνολικά 610.969 ρυθμίσεις.
Από αυτές, 218.101 ολοκληρώθηκαν, ενώ 74.695 παρέμειναν ενεργές στα τέλη Ιουνίου. Αντίθετα, 318.173 ρυθμίσεις χάθηκαν.
Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι η επιμήκυνση της αποπληρωμής μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά δεν είναι από μόνη της μια εγγύηση επιτυχίας.
Η βιωσιμότητα εξαρτάται από την ικανότητα του οφειλέτη να τηρεί τη μηνιαία δόση σε σχέση με το εισόδημά του και την οικονομική του κατάσταση. Εξίσου σημαντικό είναι να μην προκύπτουν επιπλέον υποχρεώσεις που θα οδηγούν σε νέα αδυναμία πληρωμής.
Μια εναλλακτική τάση παρατηρείται στις ρυθμίσεις που προκύπτουν μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού και των διαδικασιών εξυγίανσης.
Από τις περίπου 97.600 ρυθμίσεις ασφαλιστικών οφειλών, ένα σχετικά μικρό ποσοστό έχει ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα, γεγονός που σχετίζεται με τη μεγαλύτερη διάρκεια των συγκεκριμένων διακανονισμών.
Ωστόσο, περισσότερες από 60.000 ρυθμίσεις παραμένουν ενεργές, δηλαδή σχεδόν έξι στις δέκα. Αυτή η εικόνα ενισχύει την εκτίμηση ότι ένας μεγαλύτερος χρονικός ορίζοντας μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση μιας ρύθμισης, χωρίς να εξαλείψει τον κίνδυνο απώλειας.
Οι πιθανότητες απώλειας δεν είναι ίδιες για όλες τις κατηγορίες ρυθμίσεων. Στο πρόγραμμα του 2023, περίπου τρεις στις τέσσερις ρυθμίσεις χάθηκαν, σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες διακανονισμών όπου το ποσοστό απώλειας κυμαίνεται γύρω στο δύο τρίτα.
Ακόμη και στην πάγια ρύθμιση, η οποία έχει τον μεγαλύτερο αριθμό περιπτώσεων, παραπάνω από 840.000 ρυθμίσεις δεν ολοκληρώθηκαν.
Το κύριο συμπέρασμα από αυτά τα δεδομένα είναι ότι η αποτελεσματικότητα μιας ρύθμισης δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των οφειλετών που θα ενταχθούν, αλλά κυρίως από το πόσοι τελικά θα παραμείνουν συνεπείς μέχρι την εξόφληση.
Για τον λόγο αυτό, το πραγματικό στοίχημα των 120 δόσεων είναι η δημιουργία μιας μηνιαίας επιβάρυνσης που να μπορεί να υποστηριχτεί σε βάθος χρόνου. Η ισορροπία μεταξύ του ύψους του χρέους, του ποσού της δόσης και του διαθέσιμου εισοδήματος θα καθορίσει τελικά την επιτυχία ή την αποτυχία της νέας ρύθμισης.
Διαβάστε επίσης
Citroen 2CV: Το ασχημόπαπο και σύμβολο μιας εποχής επιστρέφει
Μύκονος: Ποια οικόπεδα βγαίνουν στο σφυρί αυτή την εβδομάδα (pics)
Nike: Πού παραπάτησε ο γίγαντας των αθλητικών
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ