
Από 1 Ιανουαρίου 2026 τίθενται σε ισχύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις για τα άτομα που αποκτούν έσοδα από ακίνητα. Η φορολόγηση των ενοικίων παραμένει αυτοτελής, διατηρώντας το εισόδημα από μισθώματα ξεχωριστά από αυτούς των μισθών και συντάξεων, με καμία πρόβλεψη για αφορολόγητο όριο.
Η νέα κλίμακα φορολόγησης περιλαμβάνει τέσσερα επίπεδα. Για ετήσιο εισόδημα έως 12.000 ευρώ, ο συντελεστής διατηρείται στο 15%. Για το μέρος από 12.001 έως 24.000 ευρώ, ο συντελεστής αυξάνεται σε 25%, δημιουργώντας έτσι μια νέα ενδιάμεση κλίμακα. Από 24.001 έως 35.000 ευρώ, ο συντελεστής φτάνει στο 35%, ενώ για έσοδα άνω των 35.000 ευρώ ο συντελεστής ανέρχεται σε 45%.
Είναι σημαντικό ότι η φορολόγηση γίνεται κλιμακωτά, πράγμα που σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες δεν φορολογούνται με τον υψηλότερο συντελεστή σε όλο το εισόδημά τους όταν υπερβούν τα όρια.
Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει ετήσια έσοδα 20.000 ευρώ, τα πρώτα 12.000 ευρώ θα φορολογηθούν με 15% (δηλαδή 1.800 ευρώ), ενώ τα υπόλοιπα 8.000 ευρώ με 25% (δηλαδή 2.000 ευρώ), με συνολικό φόρο 3.800 ευρώ.
Μια ακόμη σπουδαία αλλαγή αφορά τις μεθόδους πληρωμής των ενοικίων. Από 1 Οκτωβρίου 2026, οι μισθωτές θα είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν τα μισθώματα μέσω τραπεζικού λογαριασμού.
Αυτή η ρύθμιση συνδέεται με συγκεκριμένες φορολογικές και κοινωνικές συνέπειες. Ένας ιδιοκτήτης που δεν εισπράττει το ενοίκιο μέσω τράπεζας θα στερηθεί την έκπτωση 5% επί του εισοδήματος από τα ενοίκια. Αντίστοιχα, οι ενοικιαστές κινδυνεύουν να χάσουν παροχές που σχετίζονται με την επίσημη δήλωση της μίσθωσης, όπως το στεγαστικό επίδομα και το ετήσιο βοήθημα ενοικίου έως 800 ευρώ.
Το νέο φορολογικό θεσμικό πλαίσιο περιλαμβάνει και σημαντικές ελαφρύνσεις για ιδιοκτήτες που εκμεταλλεύονται ακίνητα παραμένουν ανενεργά.
Όσοι διαθέτουν ακίνητο που ήταν κλειστό και το ενοικιάσουν έως 31 Δεκεμβρίου 2026 θα επωφεληθούν από πλήρη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για τα κέρδη από αυτές τις μισθώσεις για τρία χρόνια.
Επίσης, παρέχεται φορολογικό όφελος για εργασίες αναβάθμισης ακίνητης περιουσίας, που αφορούν τις ενεργειακές, λειτουργικές ή αισθητικές βελτιώσεις. Η έκπτωση μπορεί να φτάσει έως 3.200 ευρώ ετησίως και συνολικά έως 16.000 ευρώ σε διάστημα πέντε ετών.
Μια σημαντική μεταρρύθμιση αφορά και την ακίνητη περιουσία σε μικρές κοινότητες. Για κύριες κατοικίες σε οικισμούς με πληθυσμό έως 1.500 κατοίκους, προβλέπεται μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 50% το 2026, και πλήρη κατάργηση του φόρου το 2027.
Επιπλέον, από 1 Ιανουαρίου 2027, το ΤΑΠ καταργείται και αντικαθίσταται από νέο τέλος τοπικής ανάπτυξης. Αυτό το τέλος θα υπολογίζεται με συντελεστή μεταξύ 0,3 και 0,7 τοις χιλίοις της αξίας του ακινήτου, ανάλογα με τον δήμο, και θα εισπράττεται μέσω του λογαριασμού ρεύματος.
Για τους ιδιοκτήτες που προχωρούν σε νέες μισθώσεις, ο τρόπος αναπροσαρμογής του ενοικίου αποκτά μεγάλη σημασία.
Στις μισθώσεις κατοικιών με κατώτερη διάρκεια τριών ετών, η ετήσια αναπροσαρμογή δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 75% της αύξησης του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Οι δύο πλευρές έχουν τη δυνατότητα να συμφωνήσουν διαφορετικούς όρους στη μίσθωση, μεταξύ άλλων και σταθερό μίσθωμα.
Είναι, λοιπόν, σημαντικό η επιλογή του ύψους του ενοικίου να γίνεται με βάση τόσο την παρούσα απόδοση όσο και τη σταθερότητα της μίσθωσης. Ένα υψηλότερο ενοίκιο μπορεί να προσφέρει άμεσες απολαβές, αλλά η συχνή αλλαγή ενοικιαστών συνεπάγεται κενά, ανακαινίσεις και επιπλέον διαχείριση.
Για τους ιδιοκτήτες, το ζητούμενο είναι η ισορροπία μεταξύ φορολογίας, απόδοσης και σταθερότητας, σε ένα περιβάλλον που αλλάζει δραστικά από το 2026 και συνεχίζεται το 2027.
Διαβάστε επίσης:
Aπό τη Βίσση έως τον Κλασικό Μαραθώνιο: Η Αθήνα ποντάρει στον live τουρισμό
Οι «κομάντος» της εποπτείας μπαίνουν στις τράπεζες – Στο μικροσκόπιο τα δάνεια υψηλού κινδύνου
Στα 1.000 ευρώ η μέση σύνταξη από τον Δεκέμβριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ.