
Άνοιγμα στο μέλλον για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες παρέχει η έγκριση που έλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις τροποποιήσεις στο ελληνικό σύστημα αποζημίωσης για το έμμεσο κόστος CO2. Αυτή η απόφαση συνιστά προοίμιο αυξημένων ενισχύσεων για την περίοδο 2026-2030, με την εξαγγελία υψηλότερου συντελεστή εκπομπών, αυξημένης έντασης ενίσχυσης και διεύρυνσης των επιλέξιμων τομέων.
Η Κομισιόν ανακοίνωσε στις 24 Αυγούστου 2026 ότι δεν προτίθεται να αντιταχθεί στη μεταρρύθμιση του υφιστάμενου καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων. Η επίσημη έγκριση ανακοινώθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου, ρυθμίζοντας τις εκκρεμότητες που είχαν ανακύψει από τις αντίστοιχες εγκρίσεις άλλων χωρών της ΕΕ.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες της απόφασης, ο συνολικός προϋπολογισμός για την πενταετία 2026-2030 θα φτάσει το 1,29 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 258 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο. Για την συνολική διάρκεια του καθεστώτος, από το 2021 μέχρι το 2030, οι αναθεωρημένες εκτιμήσεις ανέρχονται σε 2,284 δισ. ευρώ. Αυτά τα ποσά αποτελούν εκτιμήσεις και δεν αντιπροσωπεύουν ενισχύσεις που έχουν ήδη καταβληθεί. Η χρηματοδότηση των αποζημιώσεων προέρχεται από τα έσοδα των δημοπρασιών δικαιωμάτων εκπομπών και καταβάλλεται στις δικαιούχες επιχειρήσεις το έτος που ακολουθεί την επιλέξιμη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο συγκεκριμένος μηχανισμός αποζημιώνει μέρος των επιβαρύνσεων που προστίθενται στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας λόγω του κόστους δικαιωμάτων CO2. Απευθύνεται σε τομείς που διατρέχουν τον κίνδυνο «διαρροής άνθρακα», δηλαδή της μεταφοράς παραγωγικών δραστηριοτήτων εκτός της ΕΕ λόγω των αυξημένων εξόδων.
Μια από τις κύριες μεταρρυθμίσεις είναι η έγκριση συντελεστή εκπομπών 0,82 τόνων CO2 ανά μεγαβατώρα για τον υπολογισμό των ενισχύσεων στην επόμενη πενταετία. Ο συγκεκριμένος συντελεστής βασίζεται στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και έλαβε έγκριση από τη ΡΑΑΕΥ τον Μάιο, κατόπιν σχετικής μελέτης. Όπως είχε αναδείξει το energygame, η αύξηση αυτού του συντελεστή σε σύγκριση με το αρχικό σενάριο είναι καθοριστική για τις αποζημιώσεις.
Από το ημερολόγιο του 2026, επεκτείνεται και η λίστα των επιλέξιμων τομέων στις δυο κατηγορίες των ευρωπαϊκών κατευθυντήριων γραμμών. Για τους τομείς της πρώτης κατηγορίας, η μέγιστη ένταση αυξάνεται από 75% σε 80% του επιλέξιμου κόστους, ενώ για τους τομείς της δεύτερης κατηγορίας ορίζεται στο 75%. Σημειώνεται ότι για το κόστος του 2025, μόνο οι κλάδοι της πρώτης κατηγορίας είναι επιλέξιμοι με ένταση 75%, διευκρινίζοντας έτσι το ζήτημα της αναδρομικής ένταξης νέων κλάδων, που είχε προκαλέσει ανησυχίες στην αγορά προηγούμενα χρόνια.
Τέλος, η απόφαση παρέχει μια επιπλέον επιλογή για τις επιχειρήσεις που έχουν υποχρέωση ενεργειακού ελέγχου: να επενδύσουν τουλάχιστον το 50% της ενίσχυσης σε νέα ή εκσυγχρονισμένα πάγια που αποδομούν μετρήσιμα το κόστος του ηλεκτρικού συστήματος, χωρίς να αυξάνονται οι ανάγκες σε ορυκτά καύσιμα. Στα παραδείγματα που καταγράφει η Επιτροπή περιλαμβάνονται Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αποθήκευση ενέργειας, ευελιξία στη ζήτηση και βελτιώσεις ενεργειακής αποτελεσματικότητας. Με την έγκριση της ΕΕ να είναι διασφαλισμένη, το επόμενο βήμα είναι η προσαρμογή της ελληνικής υπουργικής απόφασης, καθώς η τροποποίησή της θα πραγματοποιηθεί έπειτα από την κοινοποίηση της έγκρισης.
Διαβάστε επίσης