
Η κυβέρνηση ανέδειξε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα φορολογικά μέτρα της χρονιάς, τις υποχρεωτικές ηλεκτρονικές πληρωμές για τις αντικαταβολές μέσω courier, το οποίο τελικά αποσύρθηκε από το σχέδιο νόμου πριν φτάσει προς ψήφο στη Βουλή. Αν και η απόφαση να αφαιρεθεί η διάταξη δεν προήλθε από τεχνική αδυναμία, οι έντονες αντιπαραθέσεις στην διαβούλευση αποδείχθηκαν καθοριστικές για την τύχη της.
Η διαβούλευση αποκάλυψε την πολυπλοκότητα του δημοσίου διαλόγου, με πολίτες που ανησυχούσαν για την ψηφιοποίηση των καθημερινών τους συναλλαγών και καταναλωτές που φοβούνταν το κόστος και τον ψηφιακό αποκλεισμό. Παράλληλα, επιχειρήσεις ζητούσαν ίσους όρους αλλά εξέφραζαν διαφωνίες για την συγκεκριμένη ρύθμιση, με ένα μόνο μεγαλύτερο τμήμα του κλάδου ταχυμεταφορών να την υποστηρίζει ανοιχτά.
Αξιοσημείωτο είναι ότι από τα 403 σχόλια που κατατέθηκαν, τα 165 αφορούσαν αποκλειστικά τη ρύθμιση του άρθρου 299, ενώ άλλα 9 για τις κυρώσεις του άρθρου 300. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το 43% των σχολίων σχετίζονταν με την ηλεκτρονική εξόφληση στις παραδόσεις και όχι με άλλες διατάξεις του νομοσχεδίου.
Η πλειονότητα των σχολίων για τα άρθρα 299 και 300 δεν ήταν θετική, με δύο από τα τρία σχόλια να προτείνουν την απόσυρση ή την τροποποίηση της διάταξης, ενώ μόνο ένα στα τρία στήριξε την ιδέα. Αυτή η αναλογία δεν αντικατοπτρίζει αναγκαστικά τη γενική αποδοχή του μέτρου, καθώς συχνά οι πιο φωναχτές αντιδράσεις προέρχονται από αυτούς που διαφωνούν.
Στο επίκεντρο της ρύθμισης ήταν το άρθρο 299 που ανέφερε ότι οι παραγγελίες μέσω courier θα έπρεπε να εξοφλούνται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο, ενώ το άρθρο 300 προέβλεπε βαριά πρόστιμα για τις επιχειρήσεις που θα δέχονταν πληρωμές σε μετρητά. Αν και η αντικαταβολή θα παρέμενε διαθέσιμη, οι καταναλωτές δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν μετρητά για τις πληρωμές.
Οι υποστηρικτές του μέτρου το παρουσίασαν ως μέσο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, εκτιμώντας ότι πολλές συναλλαγές σε μετρητά δεν συνδέονται με φορολογικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, οι επικριτές αντέτειναν ότι η ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και δημιουργεί ανισορροπίες, δεδομένου ότι επιτρέπεται η αγορά προϊόντων αξίας 499 ευρώ με μετρητά σε φυσικά καταστήματα, ενώ απαγορεύεται μια συναλλαγή 5 ευρώ μέσω courier.
Η κοινωνική διάσταση του ζητήματος ήταν επίσης εμφανής, καθώς άτομα χωρίς πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες ή ενήλικες που δεν χρησιμοποιούν smartphone θα ήταν υπ’ατμόν. Αυτή η πραγματικότητα εγείρει ερωτήματα σχετικά με την επιβολή του μέτρου, καθώς πολλοί πολίτες αναρωτήθηκαν πώς θα εξυπηρετηθούν στην καθημερινότητά τους.
Πέρα από τις κοινωνικές και νομικές ανησυχίες, οι επιχειρήσεις της αγοράς εξέφρασαν ποικιλία απόψεων, με την SPEEDEX να υποστηρίζει σθεναρά τη ρύθμιση, ενώ άλλες εταιρείες, όπως η ACS και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, ζητούσαν «εξαιρέσεις» και περισσότερη αναλογικότητα.
Εν τέλει, το μέτρο αποσύρθηκε λόγω της πολυδιάστατης πίεσης που δέχθηκε: από την αρνητική δημόσια αντίληψη έως τις νομικές αμφισβητήσεις και τις αντιρρήσεις των επιχειρηματικών φορέων. Συμπερασματικά, η ψηφιοποίηση των πληρωμών μπορεί να εισαχθεί εάν προσφέρει σαφή οφέλη και διατηρεί επιλογές, αλλά αν επιβάλλεται χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και ευελιξία, οι αντιδράσεις θα είναι φυσιολογικές.