
Ένα οικογενειακό ακίνητο που παραμένει εγκαταλειμμένο λόγω διαφορών μεταξύ αδελφών, ένα διαμέρισμα φορτωμένο με αβεβαιότητα όσον αφορά χρέη, καθώς και μία περιουσία που περικλείει όλο και περισσότερα μικρότερα μερίδια, βρίσκονται στο επίκεντρο των πρόσφατων καινοτομιών στον τομέα του Κληρονομικού Δικαίου. Οι νέοι κανόνες επιδιώκουν να διευκολύνουν την κατανομή και αξιοποίηση των ακινήτων και παρέχουν, υπό προϋποθέσεις, προστασία στην προσωπική περιουσία των κληρονόμων απέναντι στις υποχρεώσεις του αποθανόντος. Πολλές από αυτές τις διατάξεις καλύπτουν και παλαιότερες υποθέσεις.
Οι αναθεωρημένοι κανόνες αφορούν, ως γενικός κανόνας, κληρονομιές που προέρχονται από θανάτους μετά τις 16 Σεπτεμβρίου 2026. Για προηγούμενους θανάτους έχουν θεσπιστεί συγκεκριμένες εξαιρέσεις, ειδικά γύρω από τη διαδικασία κατανομής και απογραφής της περιουσίας, καθιστώντας έτσι μη ομοιογενές το καθεστώς για όλες τις εκκρεμείς κληρονομιές.
Η πιο σημαντική αλλαγή αφορά τους κληρονόμους χρεών, καθώς πλέον δεν επηρεάζεται η προσωπική τους περιουσία από τις υποχρεώσεις που παρελαμβάνονται στην κληρονομιά. Αυτό σημαίνει ότι η αποδοχή περιουσίας με δανειακές υποχρεώσεις δεν απειλεί αυτομάτως το σπίτι, τις καταθέσεις ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που έχουν συσσωρευτεί από τον κληρονόμο ξεχωριστά από τον αποθανόντα.
Φυσικά, τα χρέη δεν εκλείπουν. Εάν το κληρονομηθέν ακίνητο έρχεται με χρέη, υπάρχουν πιθανότητες να πρέπει να πωληθεί για την κάλυψή τους. Η προστασία αφορά μόνο την υπόλοιπη περιουσία του κληρονόμου και δεν διασφαλίζει την απαλλαγή από τα βάρη του κληροδοτήματος, ειδικά αν οι οφειλές υπερβαίνουν την αξία του.
Η κύρια παγίδα είναι ότι ο κληρονόμος αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη αν ενημερώσει τη γραμματεία του δικαστηρίου σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς. Αν προχωρήσει σε παράνομες μεταβιβάσεις ή αν υποτιμήσει την αξία της κληρονομιάς, μπορεί να αναλάβει ευθύνες. Για αυτόν τον λόγο, οι πωλήσεις, οι μεταβιβάσεις και οι πληρωμές απαιτούν προσοχή προτού γίνουν.
Για τα έσοδα από την κληρονομιά, ο κληρονόμος μπορεί να απολαμβάνει τα οφέλη της περιουσίας και να αξιοποιεί αυτά τα κεφάλαια για την εξόφληση πιστωτών ή τη συντήρησή της. Ωστόσο, αυτό δεν υποδηλώνει ότι έχει την ελευθερία να πωλήσει ή να μεταβιβάσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, διατηρώντας πάντα την προστασία.
Οι παλαιές κληρονομιές με χρέη έχουν τη δυνατότητα έως τον Νοέμβριο για ειδική απογραφή. Αφορά κληρονόμους που προέρχονται από επιθάνοντες μέχρι τις 22 Μαΐου 2026 και δεν έχουν προλάβει να αποδεχθούν την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής. Μπορούν να ζητήσουν τη διάθεση δικαστικού επιμελητή και ειδικών για να καταγράψουν την κληρονομική περιουσία, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αυτές οι προϋποθέσεις προϋποθέτουν ότι δεν έχει γίνει εκτέλεση της προσωπικής τους περιουσίας και ότι δεν υπάρχει άλλος νομικός περιορισμός για την απώλεια του ευεργετήματος. Η προθεσμία των έξι μηνών αρχίζει με τη δημοσίευση του νόμου και όχι από την έναρξη εφαρμογής του νέου καθεστώτος. Η ρύθμιση δεν παρέχει τη δυνατότητα ανάκλησης παλαιών αποποιήσεων. Κληρονόμοι που έχουν απορρίψει την κληρονομιά τους δεν αποκτούν τώρα αυτομάτως δικαίωμα αποδοχής της.
Στον τομέα των ακινήτων, η κύρια αλλαγή αφορά τη νόμιμη μοίρα, ήτοι το ελάχιστο κληρονομικό δικαίωμα των στενών συγγενών που διασφαλίζεται από το νόμο. Αυτό μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου και ισοδυναμεί με το μισό της αξίας της κληρονομικής μερίδας που θα ελάμβανε ο δικαιούχος αν δεν υπήρχε διαθήκη. Έτσι, ο κληρονόμος μπορεί να διαθέσει ένα ακίνητο σε έναν κληρονόμο, χωρίς οι υπόλοιποι που προορίζονται για τη νόμιμη μοίρα να γίνονται αυτόματα συνιδιοκτήτες.
Για παράδειγμα, αν ένας γονέας δεν έχει επιζώντα σύζυγο και έχει δύο παιδιά με μοναδική περιουσία ένα διαμέρισμα αξίας 300.000 ευρώ, εάν αυτό διατεθεί με διαθήκη στο ένα παιδί, το δεύτερο θα έχει χρηματική αξίωση ύψους 75.000 ευρώ, εφόσον δεν υπάρχουν προηγούμενες δωρεές ή άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τον υπολογισμό. Το ποσό αυτό είναι το μισό της μερίδας των 150.000 ευρώ που θα ελάμβανε χωρίς διαθήκη.
Το διαμέρισμα μπορεί επομένως να παραμείνει σε έναν ιδιοκτήτη του οποίου η ευθύνη είναι να καλύψει τη χρηματική αξίωση. Αν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απόδοση ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου αντί χρημάτων. Αυτή η ρύθμιση μειώνει την κατακερματισμένη διαχείριση, διατηρώντας παράλληλα την προστασία των δικαιούχων της νόμιμης μοίρας.
Για ακίνητα που ανήκουν ήδη σε πολλούς κληρονόμους προβλέπεται μια εναλλακτική λύση. Εάν δεν είναι εφικτός ο φυσικός διαχωρισμός ή αυτός είναι ασύμφορος οικονομικά, το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αιτήματος ενός κληρονόμου, να του παραχωρήσει τη μερίδα άλλου στην αντίθεση ενός ποσού ίσου με την αγοραία αξία. Εάν πολλοί διεκδικούν το ίδιο ακίνητο, οι συνθήκες αξιοποίησής του ληφθούν υπόψη.
Στο παράδειγμα ενός διαμερίσματος αξίας 200.000 ευρώ που ανήκει σε δύο αδέλφια από μισό, ο ένας μπορεί να ζητήσει δικαστικά την εξαγορά του άλλου μισού, καταβάλλοντας ενδεικτικά 100.000 ευρώ. Η δικαστική απόφαση δεν είναι αυτομάτως επιβεβαιωμένη και η αξία δεν καθορίζεται εντελώς από εκείνον που επιθυμεί να αγοράσει. Το δικαστήριο εξετάζει τις προϋποθέσεις και την εκτίμηση. Η λύση απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να είναι σε θέση να πληρώσει για τη μερίδα που ζητά.
Οι νέοι κανόνες διανομής είναι εφαρμόσιμοι και σε παλαιές κληρονομιές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ασκηθεί αγωγή διανομής. Παράλληλα, η συμφωνία των συγκληρονόμων για την κατανομή της κληρονομιάς, είτε εν όλω είτε εν μέρει, ισχύει και ως αποδοχή της κληρονομιάς. Έτσι, οι δύο διαδικασίες μπορούν να συνδυαστούν, χωρίς να καταργούνται οι απαραίτητες συμβολαιογραφικές πράξεις, οι φορολογικές υποχρεώσεις και η καταχώριση των δικαιωμάτων επί των ακινήτων.
Η διαδικασία που αφορά τη διαδοχή μπορεί να αρχίσει να οργανώνεται και εν ζωή. Οι κληρονομικές συμβάσεις υπογράφονται παρουσία συμβολαιογράφου με την αυτοπρόσωπη παρουσία των συμμετεχόντων και επιτρέπουν τον καθορισμό κληρονόμων ή άλλων παροχών για μετά τον θάνατο. Αυτές οι συμβάσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για οικογενειακές επιχειρήσεις και περιουσίες που απαιτούν έγκαιρο σχεδιασμό. Οι δεσμευτικές ρυθμίσεις τους δεν μπορούν να ανακληθούν μονομερώς, όπως συμβαίνει με μια διαθήκη, υπό τις ειδικές εξαιρέσεις που προδιαγράφει ο νόμος.