
Η χθεσινή ανακοίνωση του τελευταίου πακέτου επιδοτήσεων, που παρουσιάστηκε την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, ανέδειξε τα κενά στα μέτρα στήριξης για τους καταναλωτές στην αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας, η οποία αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα. Η τιμή του φυσικού αερίου έχει φθάσει τα 103,5 ευρώ/MWh, με ετήσια αύξηση 233%, ενώ το πετρέλαιο μπρεντ κοστολογείται στα 117,5 δολάρια το βαρέλι (αυξημένο κατά 87% σε ετήσια βάση). Η μέση χονδρική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τον Οκτώβριο ανήλθε σε 197,07 ευρώ/MWh, καταγράφοντας αύξηση 25% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο και συνολική αύξηση 114% από τον Ιούνιο, οπότε κι άρχισαν να παρατηρούνται οι σημαντικές ανατιμήσεις.
Η νέα αυτή πρωτοβουλία, όπως είχαν προαναγγείλει κυβερνητικές πηγές, εστιάζει σε τρεις κύριες επιδοτήσεις για τα καύσιμα: το πετρέλαιο θέρμανσης, το ντίζελ και την αμόλυβδη βενζίνη, οι οποίες παρατείνονται για 15 ημέρες, μέχρι τις 15 Νοεμβρίου. Παρά τη μείωση του κόστους, οι τιμές παρέμειναν σε επίπεδα που δύσκολα μπορούν να υποστηρίξουν οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί. Επιπλέον, απουσίαζαν ενέργειες για τη στήριξη των κυμαινόμενων τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος και των εκατοντάδων χιλιάδων καταναλωτών που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο, οι οποίοι δεν είναι επιλέξιμοι για επιδότηση θέρμανσης.
Η κρατική επιδότηση αναμένεται να εφαρμόζεται με 10 λεπτά ανά λίτρο για την αμόλυβδη, 15 λεπτά για το ντίζελ και 20 λεπτά για το πετρέλαιο θέρμανσης. Με αυτές τις επιδοτήσεις και τις πρόσθετες εκπτώσεις από τα διυλιστήρια, η συνολική μείωση του κόστους ανέρχεται σε 20 λεπτά για το ντίζελ και σε 40 λεπτά για το πετρέλαιο θέρμανσης.
Αναλύοντας τις τελευταίες τιμές (30 Οκτωβρίου), η μέση τιμή της αμόλυβδης ανέρχεται σε 2,138 ευρώ το λίτρο, ενώ το ντίζελ αγγίζει τα 2,132 ευρώ. Έτσι, η αγορά 50 λίτρων αμόλυβδης κοστίζει σχεδόν 107 ευρώ. Η επιδότηση παρέχει όφελος 5 ευρώ για 50 λίτρα αμόλυβδης και 10 ευρώ για ντίζελ.
Εκπρόσωποι του κλάδου της εμπορίας καυσίμων επισημαίνουν πως οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης είναι προς τη θετική κατεύθυνση, επισημαίνοντας ωστόσο την ανάγκη για τη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού παρέμβασης σε περιόδους αυξήσεων τιμών. Ο πρόεδρος των πρατηριούχων Αττικής, Νίκος Παπαγεωργίου, τόνισε στο energygame πως οι μέλλουσες τιμές θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, επισημαίνοντας ότι «έχουμε δύο δρόμους ενώπιόν μας: έναν με αποκλιμάκωση και έναν με νέα ένταση».
Ανάλογη κατάσταση παρατηρείται και στο πετρέλαιο θέρμανσης, με τιμές περίπου 1,56 ευρώ το λίτρο. Έτσι, μια παραγγελία 1.000 λίτρων ανέρχεται σε περίπου 1.560 ευρώ, παρά την ενσωμάτωση της έκπτωσης. Παρά τις αυξήσεις του επιδόματος, η οικονομική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά παραμένει υψηλή. Υπολογίζεται ότι περίπου 750.000 νοικοκυριά, που προσπαθούν να θερμανθούν με πετρέλαιο, είναι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, το οποίο αυξάνεται κατά 30% φέτος χωρίς να αλλάξουν τα εισοδηματικά κριτήρια. Παρ’ όλα αυτά, οι προπληρωμές θα πρέπει να γίνουν μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου, αναγκάζοντας τα νοικοκυριά να χρηματοδοτήσουν τη θέρμανσή τους νωρίτερα.
Προς το παρόν, παρατηρείται πτώση της ζήτησης στο πετρέλαιο θέρμανσης, με τις παραγγελίες να είναι μειωμένες κατά 15% σε εθνικό επίπεδο. Στη Βόρεια Ελλάδα, οι παραγγελίες παραμένουν σταθερές, ωστόσο οι καταναλωτές προτιμούν να αγοράζουν μικρότερες ποσότητες, αντικατοπτρίζοντας τις προσαρμογές στη δυνατότητά τους. Σημαντική είναι και η πτώση στον τομέα της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης τον Σεπτέμβριο, με ποσοστά 3,8% και 3,6% αντίστοιχα, ενώ αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί και τον Οκτώβριο.
Η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη στο πεδίο του ρεύματος και του φυσικού αερίου, καθώς εκατομμύρια καταναλωτές αντιμετωπίζουν ανυπόφορες αυξήσεις χωρίς στήριξη. Περισσότεροι από 3 εκατομμύρια καταναλωτές έχουν συμβληθεί με πράσινα τιμολόγια ρεύματος και 1 εκατομμύριο με κίτρινα, γεγονός που δείχνει ότι 4 εκατομμύρια νοικοκυριά είναι εκτεθειμένα σε αυτές τις ανατιμήσεις. Οι ανησυχίες για τις τιμές των χονδρεμπορικών τιμολογίων αναμένεται να συνεχιστούν, ειδικά με την αύξηση της ζήτησης το χειμώνα. Οι προμηθευτές προσφέρουν εκπτώσεις υπό προϋποθέσεις, ωστόσο αυτές δεν παρέχουν εγγυημένη κρατική στήριξη.
Η ελληνική κυβέρνηση σχεδιάζει την επέκταση των μέτρων στήριξης, αν και η χρηματοδότηση παραμένει εμπόδιο. Η Αθήνα ζητά μεγαλύτερη δημοσιονομική ελευθερία για να κατευθύνει επιπλέον δαπάνες σε στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αξιοποίηση των πόρων της ενεργειακής ρήτρας για επενδύσεις, που υπολογίζεται να φθάσουν σχεδόν το 1 δισ. ευρώ μέχρι το 2028. Ωστόσο, για την επιτυχία αυτής της πρωτοβουλίας απαιτείται ο συντονισμός με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Συνοψίζοντας, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά είναι πολλές, καθώς καλούνται να καλύψουν τη διαφορά ανάμεσα στις επιδοτήσεις και το πραγματικό κόστος ενέργειας, με σοβαρές συνέπειες για τους προϋπολογισμούς τους.
Διαβάστε επίσης