
Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν βρεθεί σε αντίθετους δρόμους σχετικά με το περιεχόμενο της νέας βιομηχανικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι Βρυξέλλες προετοιμάζουν το Industrial Accelerator Act (IAA). Αυτό το φιλόδοξο νομοθετικό σχέδιο στοχεύει στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής και ταυτόχρονα στην ελαχιστοποίηση του ανθρακικού αποτυπώματος της βιομηχανίας. Η συζήτηση αναμένεται να κλιμακωθεί το φθινόπωρο, όταν τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα επιδιώξουν να καταλήξουν σε συμφωνία για το τελικό κείμενο. Το θεμελιώδες ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: θα πρέπει η Ευρώπη να εφαρμόσει πιο σφιχτούς προστατευτικούς κανόνες για τους εγχώριους παραγωγούς απέναντι στις φθηνές εισαγωγές, ή θα πρέπει να αποφύγει ενδεχόμενες αντιπαραθέσεις με άλλες χώρες;
Σύμφωνα με αναφορές από το Politico, η Γαλλία υποστηρίζει την ενίσχυση των κανόνων «Made in Europe», επιδιώκοντας να στηρίξει την εγχώρια παραγωγή και να περιορίσει τον ανταγωνισμό από επιδοτούμενες εισαγωγές, κυρίως από την Κίνα. Από την άλλη, η Γερμανία φαίνεται πιο διστακτική, καθώς η οικονομία της εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις εξαγωγές και το Βερολίνο είναι ανήσυχο πως μια πιο προστατευτική πολιτική θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από εμπορικούς εταίρους.
Το Industrial Accelerator Act είναι μία από τις πιο σημαντικές πρωτοβουλίες της θητείας της προεδρού της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις προτάσεις της έκθεσης του Μάριο Ντράγκι, η οποία ανέδειξε την αναγκαιότητα για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Σκοπός είναι να φτάσει το ποσοστό της μεταποίησης στην οικονομία της Ε.Ε. από περίπου 14% σήμερα στο 20% μέχρι το 2035, ενώ ταυτόχρονα θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες αδειοδότησης για βιομηχανικές επενδύσεις και θα μειωθεί η γραφειοκρατία που επιβραδύνει τις επιχειρήσεις.
Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία αγορών για προϊόντα με χαμηλές εκπομπές άνθρακα, μέσω υποχρεωτικών ποσοστώσεων στις δημόσιες προμήθειες. Ειδικότερα, η πρόταση περιλαμβάνει ότι κάποιες δημόσιες έργα θα πρέπει να χρησιμοποιούν ευρωπαϊκό τσιμέντο και αλουμίνιο σε συγκεκριμένα ποσοστά.
Ωστόσο, η αρχική πρόταση για τον χάλυβα ήταν πιο περιοριστική, προβλέποντας ότι το 25% του χάλυβα σε συγκεκριμένα δημόσια έργα πρέπει να είναι χαμηλών εκπομπών, χωρίς όμως να απαιτείται να είναι ευρωπαϊκής παραγωγής. Αυτή η επιλογή προκάλεσε ανησυχίες στην ευρωπαϊκή βιομηχανία χάλυβα, η οποία προειδοποίησε ότι οι δημόσιες προμήθειες μπορούν τελικά να οδηγήσουν σε εισαγόμενο χάλυβα.
Η συζήτηση γύρω από τον χάλυβα φανερώνει τις πιο βαθιές διαφωνίες μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας. Η Γαλλία πιστεύει ότι είναι αναγκαία η ενίσχυση της βιομηχανικής άμυνας της Ευρώπης κατά των Κινέζων και άλλων μεγάλων βιομηχανικών οικονομικών. Αντίθετα, η Γερμανία ανησυχεί ότι μια προστατευτική πολιτική θα μπορούσε να βλάψει τις εξαγωγές της. Αυτές οι ανησυχίες δεν περιορίζονται μόνο στο εσωτερικό της Ε.Ε., καθώς και εμπορικοί συνεργάτες και σύμμαχοι εκφράζουν την ανησυχία τους για τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, fearing ότι η Ευρώπη μπορεί να υιοθετήσει πολιτικές «Buy European» που θα περιορίζουν την πρόσβαση ξένων προϊόντων στην ενιαία αγορά.
Μια συμβιβαστική προσέγγιση προσπαθεί να αντικαταστήσει την ευρεία έννοια του «Made in Europe» με ένα πιο εξειδικευμένο σύστημα, προσαρμοσμένο στις εμπορικές συμφωνίες και στην πρόσβαση κάθε προϊόντος στην ενωμένη ευρωπαϊκή αγορά. Ταυτόχρονα, δίνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η δυνατότητα να τροποποιεί τις ποσοστώσεις χαμηλών εκπομπών εφόσον η εφαρμογή τους προκαλεί σημαντική αύξηση στο κόστος παραγωγής ή δυνητική απειλή για την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού.
Διαβάστε ακόμη