
Η Ελλάδα προγραμματίζει να επενδύσει 1 δισ. ευρώ μέχρι το 2028 για να αποφευχθεί η περαιτέρω επιβάρυνση από επόμενες ενεργειακές κρίσεις. Με την επιστολή Πιερρακάκη προς την Κομισιόν, η Αθήνα ενεργοποίησε τη ρήτρα διαφυγής των ενεργειακών δαπανών.
Αυτό σημαίνει ότι, αν και οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ περιορίζουν την υπέρβαση του προϋπολογισμού, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει μια προσωρινή εξαίρεση λόγω της ενεργειακής κρίσης που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μ. Ανατολή. Η Κομισιόν έχει δώσει αυτή τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να ξεπεράσουν τους κανόνες για να επενδύσουν περισσότερα σε κρίσιμες ανάγκες.
Ωστόσο, τα 1 δισ. ευρώ δεν θα χρησιμοποιηθούν για άμεσες επιδοτήσεις ή παροχές, αλλά αποκλειστικά για μέτρα μείωσης της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων. Η Κομισιόν έχει ήδη θεσπίσει ένα κατάλογο που καθορίζει πού θα διοχετευθούν οι πόροι.
Αυτές οι επενδύσεις θα κατευθυνθούν σε μπαταρίες και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και σε αναβαθμίσεις κρατικών κτιρίων και επιδοτήσεις για την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας από νοικοκυριά.
Η Ελλάδα προχωρά σε αυτές τις δαπάνες των 1 δισ. ευρώ για να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια και να μειώσει την εξάρτησή της από ορυκτά καύσιμα, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις. Διεθνείς οργανισμοί όπως η ΕΕ, ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ επισημαίνουν τη σημασία αυτές οι επενδύσεις να επικεντρωθούν στην ασφάλεια του ενεργειακού τομέα και να ενισχύσουν την πράσινη μετάβαση.
Η Ελλάδα έχει υποβάλει αίτημα για την επέκταση της ρήτρας διαφυγής ώστε να περιλαμβάνει και επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ανθεκτικότητα. Οι επιτρεπόμενες δαπάνες ανέρχονται σε 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και έως 0,6% σωρευτικά για την περίοδο 2026-2028, με αποτέλεσμα να διατίθενται 1-1,1 δισ. ευρώ αποκλειστικά για τον τομέα της ενέργειας.
Ωστόσο, αυτές οι επενδύσεις θα καλυφθούν από εθνικούς πόρους και θα προσμετρώνται στο δημόσιο χρέος, υπόσχοντας μικρότερα πλεονάσματα για τη χώρα.
Μέσω αυτών των επενδύσεων, η Ελλάδα στοχεύει να καλύψει ένα σοβαρό κενό στο ενεργειακό της σύστημα, εξασφαλίζοντας την ικανότητα να αποθηκεύει την ανεξάρτητη παραγωγή ενέργειας όταν είναι διαθέσιμη και να την προσφέρει στην αγορά όταν οι τιμές είναι αυξημένες.
Η επιτυχία αυτής της πρωτοβουλίας θα κριθεί από την ικανότητα της χώρας να μειώσει το κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, καθώς και να διατηρήσει δημοσιονομικό χώρο για στοχευμένες πολιτικές για τους πιο ευάλωτους.
Η ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει σημειώσει πρόοδο ταχύτερα από τις υποδομές που απαιτούνται για την εξισορρόπηση του συστήματος, προκαλώντας απώλειες παραγωγής. Όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, οι περικοπές πράσινης παραγωγής αυξάνονται, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη για αποτελεσματικές λύσεις αποθήκευσης.
Με την εφαρμογή αυτών των μέτρων, η Ελλάδα προσβλέπει σε βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και ενισχύοντας τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι αναμενόμενες ωφέλειες περιλαμβάνουν και χαμηλότερους λογαριασμούς, αν και η μείωση δεν θα είναι άμεση. Η υποστήριξη για αναβαθμίσεις και αποδοτικότερα συστήματα θα ανακουφίσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις στο μέλλον.