Η κατοικία ενισχύει τον πλούτο των ελληνικών νοικοκυριών, με τις τιμές των ακινήτων να κυριαρχούν σε επίπεδα που ξεπερνούν αυτά πριν από την κρίση. Ταυτόχρονα, τα αυξανόμενα επιτόκια αποτελούν μια νέα πρόκληση για την πρόσβαση στη στέγη. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με το χρέος, τα εισοδήματα και τη στεγαστική πίστη αποτυπώνουν μια αντιφατική οικονομική κατάσταση, σύμφωνα με την έκθεση του Έλληνα Επόπτη Γιάννη Στουρνάρα.
Στη χρηματοοικονομική εικόνα των ελληνικών νοικοκυριών εμφανίζεται ένα παράδοξο: ενώ η αξία των κατοικιών τους έχει αναχθεί, η πρόσβαση στη στέγη γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Οι καλοί δείκτες πλούτου δεν μεταφράζονται πάντα σε μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη για τις οικογένειες, καθώς η ανατίμηση των ακινήτων δεν φέρνει πάντα αυξημένο διαθέσιμο εισόδημα για δαπάνες ή αποταμιεύσεις.
Σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο καθαρός πλούτος ανά κάτοικο ανήλθε σε 87.600 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 7,9% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, αυτή η αύξηση οφείλεται κυρίως στη μεγαλύτερη αξία των ακινήτων που ήδη κατέχουν οι Έλληνες. Η πλειονότητα της αύξησης της περιουσίας δεν έχει μεταφραστεί σε ρευστότητα, αφήνοντας αρκετές οικογένειες με περιορισμένα μέσα.
Η κατάσταση για εκείνους που δεν έχουν ακίνητη περιουσία είναι ακόμη πιο δύσκολη. Η αύξηση των τιμών δεν τους ευνοεί, αντίθετα τους εμποδίζει στην απόκτηση ενός σπιτιού. Η αγορά ακινήτων αντιμετωπίζει επίσης περιορισμούς, με τις τιμές των διαμερισμάτων να αυξάνονται συνεχώς—κατά 5,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2026—ξεπερνώντας τα προ κρίσης επίπεδα.
Η επένδυση σε ακίνητα παραμένει ισχυρή, με τις ξένες επενδύσεις να ενισχύονται κατά 9,5%, φτάνοντας το 1 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ η προσφορά κατοικιών εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί για την ανάγκη παρακολούθησης των κυκλικών κινδύνων στην αγορά.
Στον τομέα του δανεισμού, η χρηματοδότηση των νοικοκυριών αυξήθηκε, αλλά προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με το κόστος δανεισμού, καθώς οι αυξήσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναμένονται να επηρεάσουν και τα εγχώρια επιτόκια. Αυτά είναι αρκετά υψηλά, με τα στεγαστικά δάνεια να κυμαίνονται σε 3,7% έως 5,1%.
Παρά τις θετικές ενδείξεις, όπως η μείωση της ανεργίας στο 7,4%, η αύξηση του ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος κατά 3,2% δεν υπολογίζει τις επιδράσεις του πληθωρισμού, καθώς το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα σημειώνει μείωση.
Συνολικά, οι Έλληνες μπορεί να φαίνονται πλουσιότεροι λόγω των ανατιμήσεων στα ακίνητά τους, αλλά η κατοικία τους παραμένει εκτός εμβέλειας για πολλές οικογένειες. Η οικονομική τους αντοχή θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις του εισοδήματος, των επιτοκίων και, κυρίως, από την εξέλιξη των τιμών των ακινήτων.