
Μια νέα ευκαιρία για την απόκτηση κατοικίας προσφέρει το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», το οποίο προγραμματίζεται να λειτουργήσει με προϋπολογισμό 2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό αναμένεται να επισημάνει την ανάγκη για ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών, προσφέροντας περισσότερο χρόνο στους ενδιαφερόμενους να αναζητήσουν και να ολοκληρώσουν την αγορά τους. Ένα από τα βασικά του πλεονεκτήματα είναι ότι οι συμμετέχοντες θα μπορούν να συμμετάσχουν έως την ηλικία των 55 ετών και αυξάνονται τα ανώτατα όρια για την αξία των ακινήτων και το ποσό των δανείων.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, Ισμήνη Παπακυρίλλου, ανακοίνωσε κατά τη διάρκεια της έκθεσης Prodexpo ότι η ευελιξία στον χρόνο απόκτησης κατοικίας είναι ένα κεντρικό σημείο του προγράμματος. Αν και δεν έχει ακόμα καθοριστεί ακριβώς η διάρκεια αυτής της δυνατότητας, η αναγκαία αυτή αλλαγή έρχεται να καλύψει την αυξανόμενη ανάγκη για κατοικίες που είναι προσιτές και έτοιμες προς μεταβίβαση.
Στην κατεύθυνση αυτή, η μέγιστη αξία του κατάλληλου ακινήτου ορίζεται στα 300.000 ευρώ, ενώ το ανώτατο ποσό του στεγαστικού δανείου ανέρχεται στις 230.000 ευρώ. Η χρηματοδότηση θα προέλθει από δημόσιους πόρους σε συνδυασμό με τη στήριξη από συνεργαζόμενες τράπεζες.
Ως προς τις ευνοϊκές ρυθμίσεις, το πρόγραμμα συνεχίζει να υποστηρίζει πολύτεκνες οικογένειες και κατοίκους ακριτικών περιοχών, παραμένοντας στα ίδια κριτήρια για την ηλικία των ακινήτων. Υπάρχει ήδη ενδιαφέρον από πολλούς υποψηφίους οι οποίοι προέρχονται από τον προηγούμενο κύκλο του προγράμματος, και αναμένεται ότι ένα μέρος τους θα μπορέσει να ωφεληθεί μέσω του νέου εγχειρήματος.
Στο πλαίσιο της ανάπτυξης της στεγαστικής αγοράς, εκπρόσωποι του τομέα πρότειναν τη σύνδεση του δανείου αγοράς κατοικίας με χρηματοδότηση για αναβάθμιση. Αυτή η πρόταση ερευνάται αλλά δεν έχει ενσωματωθεί ως επίσημος όρος του «Σπίτι μου ΙΙΙ».
Το γεγονός ότι η χρηματοδότηση για την αγορά δεν καλύπτει αναγκαίες εργασίες ανακαίνισης παλαιών ακινήτων είναι ένα κρίσιμο ζήτημα. Η συνδυαστική χρηματοδότηση μπορεί να διευκολύνει την προσβατότητα και την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών που απαιτούν επιπλέον παρεμβάσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία από το προηγούμενο πρόγραμμα, το 40% των κατοικιών αποκτήθηκε στην Αττική, όπου οι περισσότερες αγορές αφορούσαν παλαιότερα και μικρότερα ακίνητα.
Η αύξηση της προσφοράς αποτελεί ακόμα έναν σημαντικό άξονα της συζήτησης. Στην Prodexpo παρουσιάστηκαν εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν περίπου 15.000 ακίνητα υπό διαχείριση servicers ή τραπεζών. Ωστόσο, η πλειονότητα αυτών δεν είναι άμεσα διαθέσιμη για πώληση στο πρόγραμμα.
Η Αλεξάνδρα Φατσέα της Intrum δήλωσε ότι από 8.000 ακινήτων, 6.400 είναι οικιστικά. Ωστόσο, οι διαδικασίες πωλήσεων διαρκούν συχνά έως και δύο χρόνια λόγω πολεοδομικών προβλημάτων και άλλων εκκρεμοτήτων. Επιπλέον, η Λίλα Πατεράκη από τη doValue Greece Real Estate Services επισήμανε ότι το 15% έως 30% των ακινήτων έχει σοβαρά πολεοδομικά προβλήματα.
Η προετοιμασία ενός ακινήτου για πώληση στην Ελλάδα μπορεί να διαρκέσει ακόμη και πάνω από δύο χρόνια, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπου απαιτούνται έξι έως δώδεκα μήνες. Αφού επιλυθούν οι εκκρεμότητες, η εύρεση αγοραστή συνήθως ολοκληρώνεται σε λιγότερο από τρεις μήνες.