
Αυξητική τάση παρατηρείται σε ό,τι αφορά την απασχόληση των συνταξιούχων, με τις αιτήσεις προς τον ΕΦΚΑ να ανέρχονται πλέον στις 308.000. Η επιστροφή των συνταξιούχων στην αγορά εργασίας παρέχει σε χιλιάδες άτομα τη δυνατότητα να ενισχύσουν το εισόδημά τους και να βελτιώσουν τη σύνταξή τους μέσω πρόσθετων ενσήμων. Ωστόσο, το ισχύον νομικό πλαίσιο επιβάλλει αυστηρές προϋποθέσεις και ποινές, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να προκαλέσουν οικονομική επιβάρυνση ισοδύναμη με 12 μηνιαίες συντάξεις.
Η ανάγκη συμπλήρωσης του οικογενειακού εισοδήματος έχει καταστεί ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ολοένα περισσότερες ομάδες συνταξιούχων αποφασίζουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην εργασία. Είναι ενδεικτικό ότι η μέση κύρια σύνταξη το 2026, μετά από αύξηση 2,4%, αναμένεται να φτάσει τα 975 ευρώ μικτά, ενώ έξι στους δέκα συνταξιούχους λαμβάνουν λιγότερα από 1.000 ευρώ το μήνα.
Η κατάργηση της περικοπής 30% σε κύριες και επικουρικές συντάξεις όσων εργάζονται έχει συνεισφέρει καθοριστικά στην αύξηση απασχόλησης. Παρά την κατάργηση αυτής της μείωσης, εξακολουθούν να ισχύουν ιδιαίτερα αυστηρές ποινές για όσους δεν δηλώνουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα ή δεν τηρούν τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις.
Ο νόμος καθορίζει τρεις κύριες περιπτώσεις στις οποίες οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι μπορούν να υποστούν σημαντικές οικονομικές ζημίες.
1. Μη δήλωση της απασχόλησης στον ΕΦΚΑ
Η μη γνωστοποίηση της εργασίας εισάγει χρηματική ποινή που ισοδυναμεί με 12 μηνιαίες κύριες και επικουρικές συντάξεις.
Το χρέος μπορεί να εξοφληθεί μέσω μηνιαίων παρακρατήσεων μέχρι 25% της κύριας σύνταξης, ενώ η ολόκληρη επικουρική μπορεί να παρακρατηθεί.
Η διαδικασία προβλέπεται στην παράγραφο 10 του άρθρου 114 του νόμου 5078/2023.
2. Ανεξόφλητες ασφαλιστικές εισφορές και ειδικός πόρος
Η δεύτερη περίπτωση αφορά συνταξιούχους που εργάζονται αλλά δεν πληρώνουν τις υποχρεωτικές εισφορές ή τον ειδικό πόρο για τον ΕΦΚΑ.
Εφόσον οι οφειλές παραμείνουν απλήρωτες για πάνω από δύο μήνες, ξεκινά διαδικασία παρακράτησης και συμψηφισμού των χρεών με τις συντάξεις που καταβάλλονται, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 11 του άρθρου 114 του νόμου 5078/2023.
Για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος συνταξιούχος που λαμβάνει 800 ευρώ σύνταξη και έχει 1.600 ευρώ χρέος, μπορεί να χάσει δύο μηνιαίες συντάξεις. Στην περίπτωση χρέους 1.000 ευρώ, η πρώτη μήνα δεν θα εισπράξει τα 800 ευρώ, καθώς θα συμψηφιστούν με την οφειλή.
Η κανονική πληρωμή της σύνταξης θα αποκατασταθεί από τον τρίτο μήνα, όταν εξοφληθεί το χρέος.
3. Εργασία σε δημόσιους φορείς πριν τα 62
Ειδική προσοχή απαιτείται από συνταξιούχους κάτω των 62, που εργάζονται σε κυβερνητικούς οργανισμούς. Στις περιπτώσεις αυτές, η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση του 62ου έτους, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 114 του νόμου 5078/2023.
Κατά την αναστολή, οι συνταξιούχοι εξακολουθούν να πληρώνουν κανονικά τις ασφαλιστικές τους εισφορές, αλλά δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τον ειδικό πόρο υπέρ ΕΦΚΑ.
Ο ίδιος περιορισμός ισχύει και για συνταξιούχους που κατέχουν αιρετές θέσεις, όπως δήμαρχοι και βουλευτές, εφόσον δεν έχουν περάσει το ηλικιακό όριο.
Με τη συμπλήρωση των 62 ετών, οι πληρωμές της σύνταξης επανέρχονται, και οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι υποχρεούνται να εξοφλούν και τον ειδικό πόρο.
Το ύψος του ειδικού πόρου διαφοροποιείται ανάλογα με τη μορφή απασχόλησης.
Για τους μισθωτούς συνταξιούχους, ο ειδικός πόρος υπολογίζεται στο 10% του μισθού τους.
Στους ελεύθερους επαγγελματίες, ο αντίστοιχος πόρος ισούται με το 50% της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς της επιλεγμένης κατηγορίας.
Όταν οι εισφορές γίνουν ληξιπρόθεσμες, το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) αναλαμβάνει δράση.
Το ΚΕΑΟ ενημερώνει την υπηρεσία συντάξεων κάθε μήνα για να προχωρήσει στην παρακράτηση των οφειλών από τις μελλοντικές συντάξεις. Η διαδικασία συνεχίζεται έως την πλήρη εξόφληση του χρέους.
Υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζόμενων συνταξιούχων που απαλλάσσονται από τον ειδικό πόρο υπέρ ΕΦΚΑ, αν και υποχρεούνται να πληρώνουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους.
Αυτές οι κατηγορίες περιλαμβάνουν συνταξιούχους με ψυχική αναπηρία, άτομα με αναπηρική σύνταξη, ή δικαιούχους εξωιδρυματικού επιδόματος. Απαλλαγή ισχύει επίσης για πολύτεκνους συνταξιούχους εφόσον τουλάχιστον ένα από τα παιδιά τους είναι ανήλικο ή φοιτά σε ανώτερη σχολή.
Εξαιρούνται επίσης οι συνταξιούχοι που έχασαν τη δουλειά τους λόγω αναπηρίας από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια.
Ορισμένες κατηγορίες συνταξιούχων στον πρωτογενή τομέα έχουν καλύτερους όρους.
Συγκεκριμένα, οι συνταξιούχοι αγρότες που συνεχίζουν την εργασία τους είναι πλήρως απαλλαγμένοι από τον ειδικό πόρο και τις ασφαλιστικές εισφορές για αυτήν την απασχόληση.
Ανάλογη εξαίρεση ισχύει για συνταξιούχους άλλων ταμείων που ασχολούνται με αγροτικές εργασίες, αν το ετήσιο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, από τους 308.000 συνταξιούχους που έχουν δηλώσει απασχόληση, περίπου 130.000 βρίσκονται υπό καθεστώς εξαίρεσης, με τους αγρότες να αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα.