
Η τρέχουσα ανάλυση του ευρωπαϊκού προγράμματος Copernicus και του αμερικανικού NOAA υποδεικνύει ότι οι θερμοκρασίες αναμένονται να είναι υψηλότερες από τα κανονικά επίπεδα της εποχής, αν και σχετικά με τις βροχοπτώσεις η κατάσταση παραμένει απροσδιόριστη.
Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα αναφέρονται για την περίοδο Νοεμβρίου 2026 έως Ιανουαρίου 2027, και δεν καλύπτουν ολόκληρο το χειμώνα, καθώς αποκλείεται ο Φεβρουάριος.
Η πολυμοντελική πρόγνωση από το πρόγραμμα Copernicus (C3S) δείχνει αυξημένες πιθανότητες για την κυριαρχία θερμότερων αερίων στη χώρα μας και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Συγκεκριμένα, οι θερμοκρασίες στα 850 hPa, κάτι που αντιστοιχεί σε περίπου 1500 μέτρα υψόμετρου, αναμένονται να είναι στο ανώτερο τρίτο των κλιματικών τιμών για ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, με πιθανότητες που σε μερικές περιπτώσεις ξεπερνούν το 70%.
Ωστόσο, αυτή η τάση δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν ψυχρές εισβολές ή χιονοπτώσεις. Η εποχική πρόγνωση αντικατοπτρίζει τις μεσοπρόθεσμες τάσεις και όχι τις καιρικές συνθήκες κάθε ημέρας.
Όσον αφορά τις βροχοπτώσεις, οι ενδείξεις είναι λιγότερο σαφείς.
Το αμερικανικό προγνωστικό μοντέλο CFSv2 της NOAA δεν δείχνει αξιόλογα σημάδια απόκλισης για τις βροχοπτώσεις στην Ελλάδα.
Αντίθετα, το πολυμοντελικό σύστημα του Copernicus φαίνεται να επισημαίνει μια ήπια τάση για λιγότερες βροχές στα νότια τμήματα της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Αττικής και ορισμένων περιοχών του Αιγαίου. Στις υπόλοιπες ζώνες της Ελλάδας, δεν παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις από τα κανονικά επίπεδα. Οι πιθανότητες για ξηρότερες συνθήκες στις νότιες περιοχές κυμαίνονται από 40% έως 50%, υποδεικνύοντας μια τάση, αλλά με περιορισμένη βεβαιότητα.
Επιπλέον, ο χάρτης ατμοσφαιρικής πίεσης στο επίπεδο της θάλασσας (MSLP) από το Copernicus υποδεικνύει χαμηλότερες πιέσεις σε μεγάλο μέρος της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Στην ανατολική Μεσόγειο, παρατηρείται επίσης μια ασθενής τάση για υψηλότερες πιέσεις, ενδεχομένως μειώνοντας τη δραστηριότητα των βαρομετρικών χαμηλών στις περιοχές αυτές.
Οι εποχικές καιρικές προβλέψεις είναι γενικά πιο αβέβαιες σε σύγκριση με τις καθημερινές. Η ακρίβεια τους ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή και την εποχή, με τις βροχοπτώσεις στη Μεσόγειο να αποτελούν μια ιδιαίτερη πρόκληση.
Επίσης, η απόκλιση από τα κανονικά κλιματικά δεδομένα δεν υποδηλώνει πάντα σημαντικές διαφορές σε θερμοκρασία ή βροχή. Οι χάρτες του Copernicus δείχνουν την πιθανότητα εμφάνισης διακυμάνσεων θερμοκρασίας, πίεσης και βροχόπτωσης αλλά δεν προσδιορίζουν το ακριβές μέγεθος των αποκλίσεων.
Η αξιοπιστία των προγνώσεων θα πρέπει να επαναξιολογείται καθώς πλησιάζουμε στην χειμερινή περίοδο και καθώς θα ενσωματώνονται νεότερα δεδομένα.
Με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν μέχρι σήμερα, η πιο πιθανή εκτίμηση για το διάστημα Νοεμβρίου – Ιανουαρίου είναι ότι θα παρατηρηθούν θερμοκρασίες που θα ξεπεράσουν τα συνήθη επίπεδα στην Ελλάδα. Στον τομέα των βροχοπτώσεων, το Copernicus δείχνει να εντοπίζει μια ήπια τάση για ξηρότερες συνθήκες στις νότιες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Αττικής, ενώ το CFSv2 της NOAA δεν παρέχει κάποια αξιόλογη απόσταση από τα κανονικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν έντονες κακοκαιρίες ή επεισόδια ψύχους στην πορεία της χρονιάς.
Ένας χειμώνας μπορεί, λοιπόν, να είναι συνολικά θερμότερος, αλλά ταυτόχρονα να αποκτά και σε περιόδους με σημαντική ψύχρα ή βροχοπτώσεις.
Γιώργος Τσατραφύλλιας