
Τα σημερινά αποτελέσματα της ανεξάρτητης μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) αναφορικά με την οικονομική συμβολή των προγραμμάτων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ) για την περίοδο 2019-2025 ανακοινώθηκαν κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της ΕΑΤ, με τίτλο: «Χρηματοδότηση με αποτύπωμα: ‘Ανθρωποι Θέσεις εργασίας Ανάπτυξη» που έλαβε χώρα την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026.
Η εκδήλωση είχε την παρουσία του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκου Παπαθανάση, που είναι υπεύθυνος για την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Ο απολογισμός της πορείας της ΕΑΤ έγινε από τη Διευθύνουσα Σύμβουλο, Ισμήνη Παπακυρίλλου, ενώ τα κύρια ευρήματα της μελέτης παρουσίασε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας.
Ο κ. Παπαθανάσης τόνισε τη σημασία των δεδομένων που αποδεικνύουν την αποδοτικότητα της αναπτυξιακής πολιτικής, σημειώνοντας πως η Ελλάδα καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης που υπερδιπλασιάζουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενισχύοντας τις επενδύσεις και μειώνοντας τους φόρους. Παράλληλα, ανάφερε ότι η ανεργία έχει φτάσει σε επίπεδα ιστορικά χαμηλά. Πρόσθεσε επίσης ότι, εν μέσω αμφισβητήσεων, η χώρα εκπλήρωσε όλους τους στόχους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, απορροφώντας 36 δισ. ευρώ, που αντιπροσωπεύουν το 16% του ελληνικού ΑΕΠ.
Ο Αναπληρωτής Υπουργός εκθείασε επίσης τον αναπτυξιακό ρόλο της ΕΑΤ, με δάνεια σχεδόν 13 δισ. ευρώ που έχουν δοθεί σε 46.000 επιχειρήσεις. Υπογράμμισε ότι το 77% των δικαιούχων έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ και το 72% απασχολούν έως 10 άτομα. Ανάφερε επίσης πως η τράπεζα θα συνεχίσει να στηρίζει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, προγραμματίζοντας τη διάθεση επιπλέον πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης που αναμένονται να κινητοποιήσουν δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ, ενώ πρόσθεσε ότι η πρόκληση της επόμενης τετραετίας είναι η αύξηση των διαθέσιμων εισοδημάτων.
Η Ισμήνη Παπακυρίλλου δήλωσε: «Η μελέτη του ΙΟΒΕ τεκμηριώνει την επιτυχία και την αναπτυξιακή στόχευση των δράσεων της ΕΑΤ. Οι δημόσιοι πόροι που χρησιμοποιούνται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ αποδίδουν πολλαπλάσια μέσω της μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων». Επισήμανε τη σημασία των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων που έχουν διατηρήσει θέσεις εργασίας και ενίσχυσαν την πραγματική οικονομία.
Η μελέτη του ΙΟΒΕ, βάσει του υποδείγματος εισροών-εκροών (Leontief), εκτίμησε τη συνολική επίδραση των προγραμμάτων της ΕΑΤ προς επιχειρήσεις, με δάνεια συνολικής αξίας 11,5 δισ. ευρώ, στο οικονομικό πεδίο, την πράσινη μετάβαση και την αγορά πιστώσεων.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι για κάθε 1 ευρώ που διατίθεται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ, παράγονται 3,58 ευρώ στο ΑΕΠ, 2,10 ευρώ εισόδημα εργαζομένων και 1,43 ευρώ δημόσια έσοδα. Επιπλέον, σε κάθε 1 εκατ. ευρώ δεσμευμένων πόρων, δημιουργούνται 110 ετήσιες θέσεις εργασίας.
Από το 2019 έως το 2025, τα προγράμματα της ΕΑΤ συνέβαλαν σε 12,5 δισ. ευρώ συνολική επίδραση στο ΑΕΠ, τιμή 383.600 ετήσιες θέσεις πλήρους απασχόλησης, 7,3 δισ. ευρώ εισοδήματα και 5 δισ. ευρώ δημόσια έσοδα, με την πλειονότητα των επιδράσεων να προέρχονται από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 74% των δανείων κατευθύνθηκε σε σημαντικούς τομείς όπως το εμπόριο και η μεταποίηση. Γεωγραφικά, μεγαλύτερη συμμετοχή στο ΑΕΠ καταγράφηκε από την Αττική και την Κεντρική Μακεδονία.
Η μελέτη αποδεικνύει επίσης ότι η ΕΑΤ συνέβαλε σημαντικά στην πιστωτική ανάκαμψη κατά την περίοδο 2020-2025, με χαμηλότερα ποσοστά εξόδου επιχειρήσεων κατά την πανδημία.
Ο Νίκος Βέττας δήλωσε ότι η ανάλυση αναδεικνύει το σημαντικό αποτύπωμα των προγραμμάτων της ΕΑΤ στην ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων.
Η χρηματοδότηση της ΕΑΤ επιτρέπει την ανακύκλωση πόρων, διασφαλίζοντας διαρκή στήριξη σε επιχειρήσεις. Μέχρι σήμερα, η ΕΑΤ έχει εγκρίνει χρηματοδότησεις 15,57 δισ. ευρώ μέσω 89.214 δανείων, με πλειονότητα να κατευθύνεται σε μικρές επιχειρήσεις.
Από την πανδημία, η ΕΑΤ έχει εξελιχθεί σε μόνιμο αναπτυξιακό μηχανισμό, διευρύνοντας τη γκάμα των προϊόντων της και εισάγοντας νέα προγράμματα όπως «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ».
Μελλοντικά, αναμένονται νέα προγράμματα και πόροι, με στόχο τη στήριξη της επιχειρηματικότητας και την περαιτέρω ενίσχυση της οικονομίας.