
Μία νέα οικονομική τάση αναδύεται στην Ελλάδα, συνδεδεμένη με την τελική φάση ζωής των αιολικών πάρκων. Καθώς το 2029 πλησιάζει, περισσότερες από 1.100 ανεμογεννήτριες αναμένεται να έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20 χρόνια λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι οι φορείς θα χρειαστούν να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν τη λειτουργία τους, θα τις ανανεώσουν μέσω της διαδικασίας επανασχεδιασμού (repowering), ή θα προχωρήσουν σε οριστική απομάκρυνση. Οι ανάγκες αυτές οδηγούν στην ανάγκη δημιουργίας μιας οργανωμένης αγοράς για την απόσυρση, μεταφορά, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση του εξοπλισμού τους.
Ωστόσο, η κατάσταση δεν παραπέμπει στην εικόνα εγκαταλειμμένων αιολικών πάρκων. Όπως αναφέρει εκπρόσωπος του κλάδου στο energygame.gr, «Δεν πρόκειται να δημιουργηθούν “νεκροταφεία” ανεμογεννητριών στη χώρα μας, διότι υπάρχει προστιθέμενη αξία στα υφιστάμενα έργα». Οι θέσεις των παλιών αιολικών έχουν αποδεδειγμένο δυναμικό και σημαντική υποδομή, γεγονός που σημαίνει ότι οι αυτόματες αποσυρθείσες μηχανές δεν συνεπάγονται και το τέλος του έργου, αλλά μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία ενός νέου επενδυτικού κύκλου μέσω του repowering.
Η έμφαση της αγοράς τώρα εστιάζεται στη διαμόρφωση μιας νέας αλυσίδας αξίας, η οποία μέχρι στιγμής είναι περιορισμένη στην Ελλάδα. Στην αρχή της διαδικασίας βρίσκονται οι τεχνικοί έλεγχοι και οι αποφάσεις σχετικά με την τύχη του έργου. Στη συνέχεια, ακολουθούν οι διαδικασίες αποξήλωσης, μεταφοράς και ανακύκλωσης, με τον εξοπλισμό να διαχωρίζεται σε διάφορες κατηγορίες, όπως μεταχειρισμένα εξαρτήματα, μέταλλα και σύνθετα υλικά.
Ωστόσο, αυτή η πράξη δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Παρά τη δυνατότητα ανακύκλωσης μεγάλου ποσοστού των ανεμογεννητριών, κύριο πρόβλημα παραμένει η σωστή οργάνωση ενός συστήματος που θα διαχειρίζεται επαρκείς όγκους του εξοπλισμού που αποσύρεται. «Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να οργανώσει ένα σύστημα που θα διατηρεί την αξία των υλικών», σημειώνουν ειδικοί του χώρου. Καθώς οι παλαιότερες γενιές αιολικών πλησιάζουν την 20ετία και 25ετία, οι προκλήσεις γίνονται πιο πιεστικές.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, η συνολική αιολική ισχύς στην Ελλάδα αναμενόταν να φθάσει τα 6.017 MW, ενώ από τις καταγεγραμμένες 3.161 ανεμογεννήτριες, οι 889 είχαν εγκατασταθεί πριν από το 2006. Δηλαδή, σχεδόν το 28% αυτών έχουν ήδη συμπληρώσει ή θα συμπληρώσουν τα 20 χρόνια λειτουργίας πριν από το 2026.
Επιπλέον, έως το 2029 1.154 ανεμογεννήτριες θα έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20 χρόνια και 653 τουλάχιστον 25 χρόνια, υποδεικνύοντας μια αγορά που γρήγορα εισέρχεται σε φάση λήξης κύκλου ζωής. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι θα αποσυρθούν και όλες, καθώς η ηλικία δεν ισοδυναμεί με ημερομηνία λήξης. Αντίθετα, η δυνατότητα για επανασχεδίαση μπορεί να παρατείνει τη λειτουργία των ανεμογεννητριών.
Η τεχνολογική πρόοδος αποδεικνύει ότι το repowering είναι οικονομικά βιώσιμο, καθώς οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες είναι σημαντικά πιο ισχυρές. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η μέση ισχύς ήταν μόλις 0,6 MW ανά μηχανή, ενώ μέχρι το 2026 αυτή είχε ανέρθει σε 4,9 MW, με αποτέλεσμα παλαιότερες μηχανές να μπορούν να αντικαθίστανται με λιγότερες αλλά πιο αποδοτικές νέες.
Η εικόνα εγκαταλειμμένων αιολικών πάρκων δεν συμφωνεί με το θεσμικό πλαίσιο της Ελλάδας και ούτε αντικατοπτρίζει την οικονομική αξία των έργων. Όταν ένα πάρκο σταματά τη λειτουργία του, ο φορέας υποχρεούται να προχωρήσει σε αποξήλωση και αποκατάσταση της περιοχής με δαπάνες του.
Μεγαλύτερη αξία ωστόσο έχουν τα παλιά έργα, που έχουν αναπτυχθεί σε περιοχές με καλό αιολικό δυναμικό και έχουν διαθέσιμες υποδομές. Αντί να εγκαταλειφθούν, πολλές από αυτές οι εγκαταστάσεις μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν με σύγχρονη τεχνολογία.
Η ΔΕΗ Ανανεώσιμες έχει ήδη εφαρμόσει τη διαδικασία αυτή, αποδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα των παλαιών εγκαταστάσεων στην αντικατάσταση τους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες τους, 105 παλιές ανεμογεννήτριες έχουν αποξηλωθεί και αντικατασταθεί από 24 νέες, διατηρώντας την ίδια ισχύ αλλά με νέα τεχνολογία.
Η διαδικασία αποξήλωσης αποδείχθηκε περίπλοκη, απαιτώντας ειδικά συνεργεία και προγραμματισμό που εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες και άλλους παράγοντες. Οι προκλήσεις αυτές ανοίγουν το δρόμο για τη δημιουργία νέων αγορών σε υπηρεσίες logistics και ανακύκλωσης.
Η διαδικασία αποξήλωσης δεν εστιάζει σε μία μόνο κατηγορία αλλά κάθε κομμάτι της ανεμογεννήτριας κρίνεται ξεχωριστά. Ο μεταλλικός πύργος είναι το πιο ανακυκλώσιμο τμήμα, καθώς είναι κυρίως από χάλυβα, ενώ η άτρακτος περιλαμβάνει πολύπλοκα εξαρτήματα που συχνά ανακατευθύνονται σε δευτερογενείς αγορές.
Ειδικότερα, τα καλώδια και οι ηλεκτρολογικοί πίνακες ενδέχεται να ανακυκλωθούν πλήρως. Αντίστοιχες διαδικασίες είναι επίσης σε εφαρμογή για τα θεμέλια που αποτελούνται από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Η πιο απαιτητική κατηγορία παραμένουν τα πτερύγια, τα οποία δύσκολα ανακυκλώνονται λόγω της κατασκευής τους από σύνθετα υλικά. Παρόλα αυτά, στη χώρα μας υπάρχουν ήδη επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τη διαχείριση των πτερυγίων για ενεργειακή αξιοποίηση.
Η προοπτική ανακύκλωσης των πτερυγίων είναι μία πρόκληση, καθώς περίπου το 15% της μάζας τους δεν μπορεί εύκολα να ανακτηθεί. Οι ίνες και οι ρητίνες τα καθιστούν δύσκολα ανακυκλώσιμα υλικά.
Στην Ελλάδα ωστόσο υφίσταται νόμιμη διαχείριση, με αδειοδοτημένες επιχειρήσεις να επεξεργάζονται πτερύγια και να τα οδηγούν σε ενεργειακή αξιοποίηση. Υπάρχει ήδη εμπειρία από προηγούμενες διαδικασίες αποξήλωσης που έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητα αυτών των πρακτικών.
Παρά την ύπαρξη νόμιμων διαδικασιών και αδειοδοτημένων επιχειρήσεων, η Ελλάδα χρειάζεται ένα πιο συστηματικό και οργανωμένο πλαίσιο διαχείρισης ώστε να μετατραπεί ο αυξανόμενος όγκος παλαιού εξοπλισμού σε μία σταθερή βιομηχανική αγορά. Οι υφιστάμενοι μηχανισμοί δεν έχουν περιλάβει ακόμα ένα συγκεκριμένο ρεύμα για τα πτερύγια ανεμογεννητριών.
Η ΕΛΕΤΑΕΝ έχει επισημάνει την ανάγκη συνεργασίας ανάμεσα στην Πολιτεία, τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνία για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος εναλλακτικής διαχείρισης.
Η οικονομική αξιολόγηση δείχνει τη σημασία της κλίμακας στην αγορά πτερυγίων. Έρευνες υποστηρίζουν ότι το κόστος ανά τόνο μπορεί να κυμαίνεται από 305 έως 780 ευρώ ανάλογα με τη μέθοδο επεξεργασίας.
Η διαδικασία ανακύκλωσης στην Ελλάδα είναι ακόμα πιο δύσκολη, καθώς τα πτερύγια συχνά βρίσκονται σε απομονωμένες τοποθεσίες. Ο συνδυασμός του κόστους μεταφορών με την επεξεργασία καθιστά την εξισορρόπηση κερδών και δαπανών πιο περίπλοκη.
Η Ισπανία προσφέρει παραδείγματα για μια βιομηχανία πτερυγίων σε βιομηχανική κλίμακα. Ωστόσο, η μετάβαση από τη διαχείριση επιμέρους φορτίων σε βιομηχανική κλίμακα απαιτεί σημαντικές επενδύσεις και στρατηγικές δράσεις.
Η πίεση για την ανάπτυξη λύσεων ανακύκλωσης εντείνεται. Τα αποσυρόμενα πτερύγια στις ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να ανέλθουν σε 55.000 τόνους έως το 2030. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προγραμματίζει επίσης πρόσθετους κανονισμούς για την ανακύκλωση, καθορίζοντας 70% ανακυκλωσιμότητα για τα πτερύγια στα δημόσια προγράμματα.
Η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη: η συζήτηση μετατοπίζεται από την απλή απόρριψη των πτερυγίων στην προσπάθεια αξιοποίησης της αξίας τους.
Διαβάστε επίσης